- This event has passed.
Ιάκωβος ο Ομολογητής
Άγιοι, εορταί, και Αναγνώσεις – Παρασκευή, 21 Μαρτίου 2025
Άγιοι και εορταί: Ιάκωβος ο Ομολογητής; Θωμάς, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως; Φιλήμων και Δομνίνος
Αυστηρή Νηστεία
Ανάγνωσις Παλαιᾱς Διαθήκης: Ησαΐας 13:2-13
Επ᾿ όρους πεδινού άρατε σημείον, υψώσατε την φωνήν αυτοίς, μή φοβείσθε, παρακαλείτε τη χειρί· ανοίξατε, οι άρχοντες. εγώ συντάσσω και εγώ άγω αυτούς· . γίγαντες έρχονται πληρώσαι τον θυμόν μου χαίροντες άμα και υβρίζοντες.
φωνή εθνών πολλών επί των ορέων, ομοία εθνών πολλών, φωνή βασιλέων και εθνών συνηγμένων. Κύριος σαβαώθ εντέταλται έθνει οπλομάχω έρχεσθαι εκ γής πόρρωθεν απ᾿ άκρου θεμελίου του ουρανού, Κύριος και οι οπλομάχοι αυτού, του καταφθείραι πάσαν την οικουμένην.
ολολύζετε, εγγύς γαρ ημέρα Κυρίου, και συντριβή παρά του Θεού ήξει· διά τούτο πάσα χείρ εκλυθήσεται και πάσα ψυχή ανθρώπου δειλιάσει. και ταραχθήσονται οι πρέσβεις και ωδίνες αυτούς έξουσιν, ως γυναικός τικτούσης· και συμφοράσουσιν έτερος πρός τον έτερον και εκστήσονται και το πρόσωπον αυτών ως φλόξ μεταβαλούσιν.,/p> ιδού γαρ ημέρα Κυρίου έρχεται ανίατος θυμού και οργής θείναι την οικουμένην έρημον και τους αμαρτωλούς απολέσαι εξ αυτής. οι γαρ αστέρες του ουρανού και ο ᾿Ωρίων και πάς ο κόσμος του ουρανού το φώς ου δώσουσι, και σκοτισθήσεται του ηλίου ανατέλλοντος, και η σελήνη ου δώσει το φώς αυτής. και εντελούμαι τη οικουμένη όλη κακά και τοις ασεβέσι τάς αμαρτίας αυτών· και απολώ ύβριν ανόμων, και ύβριν υπερηφάνων ταπεινώσω. και έσονται οι καταλελειμμένοι έντιμοι μάλλον ή το χρυσίον το άπυρον, και ο άνθρωπος μάλλον έντιμος έσται ή ο λίθος ο εκ Σουφίρ. ο γαρ ουρανός θυμωθήσεται και η γή σεισθήσεται εκ των θεμελίων σαβαώθ εν τη ημέρα, ή άν επέλθη ο θυμός αυτού.
Ανάγνωσις Παλαιᾱς Διαθήκης: Γένεσις 8:4-21
Και εκάθισεν η κιβωτός εν μηνί τω εβδόμω, εβδόμη και εικάδι του μηνός, επί τα όρη τα ᾿Αραράτ. το δε ύδωρ ηλαττονούτο έως του δεκάτου μηνός· και εν τω δεκάτω μηνί, τη πρώτη του μηνός, ώφθησαν αι κεφαλαί των ορέων.
και εγένετο μετά τεσσαράκοντα ημέρας ηνέωξε Νώε την θυρίδα της κιβωτού, ήν εποίησε, και απέστειλε τον κόρακα του ιδείν, ει κεκόπακε το ύδωρ· και εξελθών, ουκ ανέστρεψεν έως του ξηρανθήναι το ύδωρ από της γής. και απέστειλε την περιστεράν οπίσω αυτού ιδείν, ει κεκόπακε το ύδωρ από της γής. και ουχ ευρούσαι η περιστερά ανάπαυσιν τοις ποσίν αυτής, ανέστρεψε πρός αυτόν εις την κιβωτόν, ότι ύδωρ ήν επί πάν το πρόσωπον της γής, και εκτείνας την χείρα έλαβεν αυτήν, και εισήγαγεν αυτήν πρός εαυτόν εις την κιβωτόν. και επισχών έτι ημέρας επτά ετέρας, πάλιν εξαπέστειλε την περιστεράν εκ της κιβωτού· και ανέστρεψε πρός αυτόν η περιστερά το πρός εσπέραν, και είχε φύλλον ελαίας κάρφος εν τω στόματι αυτής, και έγνω Νώε ότι κεκόπακε το ύδωρ από της γής. και επισχών έτι ημέρας επτά ετέρας, πάλιν εξαπέστειλε την περιστεράν, και ου προσέθετο του επιστρέψαι πρός αυτόν έτι.
καί εγένετο εν τω ενί και εξακοσιοστώ έτει εν τη ζωή του Νώε, του πρώτου μηνός, μιά του μηνός, εξέλιπε το ύδωρ από της γής· και απεκάλυψε Νώε την στέγην της κιβωτού, ήν εποίησε, και είδεν ότι εξέλιπε το ύδωρ από προσώπου της γής. εν δε τω δευτέρω μηνί εξηράνθη η γή, εβδόμη και εικάδι του μηνός. Και είπε Κύριος ο Θεός πρός Νώε λέγων· έξελθε εκ της κιβωτού, σύ και η γυνή σου και οι υιοί σου και αι γυναίκες των υιών σου μετά σού και πάντα τα θηρία, όσα εστί μετά σού, και πάσα σάρξ από πετεινών έως κτηνών, και πάν ερπετόν κινούμενον επί της γής εξάγαγε μετά σεαυτού· και αυξάνεσθε και πληθύνεσθε επί της γής. και εξήλθε Νώε και η γυνή αυτού και οι υιοί αυτού και αι γυναίκες των υιών αυτού μετ᾿ αυτού. και πάντα τα θηρία, και πάντα τα κτήνη, και πάν πετεινόν, και πάν ερπετόν κινούμενον επί της γής κατά γένος αυτών, εξήλθοσαν εκ της κιβωτού.
και ᾠκοδόμησε Νώε θυσιαστήριον τω Κυρίω, και έλαβεν από πάντων των κτηνών των καθαρών και από πάντων των πετεινών των καθαρών και ανήνεγκεν εις ολοκάρπωσιν επί το θυσιαστήριον. και ωσφράνθη Κύριος ο Θεός οσμήν ευωδίας, και είπε Κύριος ο Θεός διανοηθείς· ου προσθήτω έτι καταράσασθαι την γήν διά τα έργα των ανθρώπων, ότι έγκειται η διάνοια του ανθρώπου επιμελώς επί τα πονηρά εκ νεότητος αυτού· ου προσθήσω ούν έτι πατάξαι πάσαν σάρκα ζώσαν, καθώς εποίησα.
Ανάγνωσις Παλαιᾱς Διαθήκης: Παροιμίαι 10:31-11:12
Στόμα δικαίου αποστάζει σοφίαν, γλώσσα δε αδίκου εξολείται. χείλη ανδρών δικαίων αποστάζει χάριτας, στόμα δε ασεβών αποστρέφεται. ΖΥΓΟΙ δόλιοι βδέλυγμα ενώπιον Κυρίου, στάθμιον δε δίκαιον δεκτόν αυτώ. ού εάν εισέλθη ύβρις, εκεί και ατιμία· στόμα δε ταπεινών μελετά σοφίαν αποθανών δίκαιος έλιπε μετάμελον, πρόχειρος δε γίνεται και επίχαρτος ασεβών απώλεια. δικαιοσύνη αμώμους ορθοτομεί οδούς, ασέβεια δε περιπίπτει αδικία. δικαιοσύνη ανδρών ορθών ρύεται αυτούς, τη δε απωλεία αυτών αλίσκονται παράνομοι. τελευτήσαντος ανδρός δικαίου ουκ όλλυται ελπίς, το δε καύχημα των ασεβών όλλυται. δίκαιος εκ θήρας εκδύνει, αντ᾿ αυτού δε παραδίδοται ο ασεβής. εν στόματι ασεβών παγίς πολίταις, αίσθησις δε δικαίων εύοδος. εν αγαθοίς δικαίων κατώρθωσε πόλις, στόμασι δε ασεβών κατεσκάφη. μυκτηρίζει πολίτας ενδεής φρενών, ανήρ δε φρόνιμος ησυχίαν άγει.
