BEGIN:VCALENDAR
VERSION:2.0
PRODID:-//Holy Trinity Greek Orthodox Church - ECPv6.15.20//NONSGML v1.0//EN
CALSCALE:GREGORIAN
METHOD:PUBLISH
X-WR-CALNAME:Holy Trinity Greek Orthodox Church
X-ORIGINAL-URL:https://2033.ad
X-WR-CALDESC:Events for Holy Trinity Greek Orthodox Church
REFRESH-INTERVAL;VALUE=DURATION:PT1H
X-Robots-Tag:noindex
X-PUBLISHED-TTL:PT1H
BEGIN:VTIMEZONE
TZID:America/New_York
BEGIN:DAYLIGHT
TZOFFSETFROM:-0500
TZOFFSETTO:-0400
TZNAME:EDT
DTSTART:20240310T070000
END:DAYLIGHT
BEGIN:STANDARD
TZOFFSETFROM:-0400
TZOFFSETTO:-0500
TZNAME:EST
DTSTART:20241103T060000
END:STANDARD
BEGIN:DAYLIGHT
TZOFFSETFROM:-0500
TZOFFSETTO:-0400
TZNAME:EDT
DTSTART:20250309T070000
END:DAYLIGHT
BEGIN:STANDARD
TZOFFSETFROM:-0400
TZOFFSETTO:-0500
TZNAME:EST
DTSTART:20251102T060000
END:STANDARD
BEGIN:DAYLIGHT
TZOFFSETFROM:-0500
TZOFFSETTO:-0400
TZNAME:EDT
DTSTART:20260308T070000
END:DAYLIGHT
BEGIN:STANDARD
TZOFFSETFROM:-0400
TZOFFSETTO:-0500
TZNAME:EST
DTSTART:20261101T060000
END:STANDARD
END:VTIMEZONE
BEGIN:VTIMEZONE
TZID:UTC
BEGIN:STANDARD
TZOFFSETFROM:+0000
TZOFFSETTO:+0000
TZNAME:UTC
DTSTART:20240101T000000
END:STANDARD
END:VTIMEZONE
BEGIN:VTIMEZONE
TZID:UTC
BEGIN:STANDARD
TZOFFSETFROM:+0000
TZOFFSETTO:+0000
TZNAME:UTC
DTSTART:20240101T000000
END:STANDARD
END:VTIMEZONE
BEGIN:VEVENT
DTSTART;TZID=America/New_York:20250416T170000
DTEND;TZID=America/New_York:20250416T193000
DTSTAMP:20260425T211534
CREATED:20250309T165738Z
LAST-MODIFIED:20250309T165738Z
UID:26465-1744822800-1744831800@2033.ad
SUMMARY:No Adult Basketball
DESCRIPTION:Contact Mark Lagos for details:  mark@pinellasautobody.com
URL:https://2033.ad/event/no-adult-basketball/
LOCATION:Gym
END:VEVENT
BEGIN:VEVENT
DTSTART;TZID=America/New_York:20250416T150000
DTEND;TZID=America/New_York:20250416T170000
DTSTAMP:20260425T211534
CREATED:20250415T183839Z
LAST-MODIFIED:20250415T184155Z
UID:26893-1744815600-1744822800@2033.ad
SUMMARY:Sacrament of Holy Unction
DESCRIPTION:
URL:https://2033.ad/event/sacrament-of-holy-unction/
END:VEVENT
BEGIN:VEVENT
DTSTART;TZID=America/New_York:20250416T130000
DTEND;TZID=America/New_York:20250416T150000
DTSTAMP:20260425T211534
CREATED:20250309T165738Z
LAST-MODIFIED:20250309T165738Z
UID:26464-1744808400-1744815600@2033.ad
SUMMARY:No Leisure Timers
DESCRIPTION:Bingo Cards are $1.00\nBingo begins at 1:00
URL:https://2033.ad/event/no-leisure-timers-3/
END:VEVENT
BEGIN:VEVENT
DTSTART;VALUE=DATE:20250416
DTEND;VALUE=DATE:20250417
DTSTAMP:20260425T211534
CREATED:20250309T164737Z
LAST-MODIFIED:20250309T164737Z
UID:26178-1744761600-1744847999@2033.ad
SUMMARY:Μεγάλη Τετάρτη
DESCRIPTION:Άγιοι\, εορταί\, και Αναγνώσεις – Τετάρτη\, 16 Απριλίου 2025\nΆγιοι και εορταί: Μεγάλη Τετάρτη; Μάρτυρες Αγάπη\, Ειρήνη και Χιονία; Οσίου Αμφιλοχίου\, του εν Πάτμω; Λεωνίδης\, Βασίλισσα\, Γαλήνη ή Γαληνή\, Θεοδώρα\, Καλλίδα\, Νίκη\, Νουνεχία και Χάρισσα οι Μάρτυρες\nΑυστηρή Νηστεία\nΑνάγνωσις Ευαγγελίου: Κατά Ιωάννην 12:17-50\nΤω καιρώ εκείνω\, εμαρτύρει ούν ο όχλος ο ών μετ᾽ αυτού ότε τον Λάζαρον εφώνησεν εκ του μνημείου και ήγειρεν αυτόν εκ νεκρών. διά τούτο και υπήντησεν αυτώ ο όχλος\, ότι ήκουσαν τούτο αυτόν πεποιηκέναι το σημείον. οι ούν Φαρισαίοι είπον πρός εαυτούς· θεωρείτε ότι ουκ ωφελείτε ουδέν; ίδε ο κόσμος οπίσω αυτού απήλθεν.\n῏Ησαν δέ τινες ῞Ελληνες εκ των αναβαινόντων ίνα προσκυνήσωσιν εν τη εορτή. ούτοι ούν προσήλθον Φιλίππω τω από Βηθσαϊδά της Γαλιλαίας\, και ηρώτων αυτόν λέγοντες· κύριε\, θέλομεν τον ᾿Ιησούν ιδείν. έρχεται Φίλιππος και λέγει τω ᾿Ανδρέα\, και πάλιν ᾿Ανδρέας και Φίλιππος λέγουσι τω ᾿Ιησού· ο δε ᾿Ιησούς απεκρίνατο αυτοίς λέγων· ελήλυθεν η ώρα ίνα δοξασθή ο υιός του ανθρώπου. αμήν αμήν λέγω υμίν\, εάν μή ο κόκκος του σίτου πεσών εις την γήν αποθάνη\, αυτός μόνος μένει· εάν δε αποθάνη\, πολύν καρπόν φέρει. ο φιλών την ψυχήν αυτού απολέσει αυτήν\, και ο μισών την ψυχήν αυτού εν τω κόσμω τούτω\, εις ζωήν αιώνιον φυλάξει αυτήν. εάν εμοί διακονή τις\, εμοί ακολουθείτω\, και όπου ειμί εγώ\, εκεί και ο διάκονος ο εμός έσται· και εάν τις εμοί διακονή\, τιμήσει αυτόν ο πατήρ.\nΝύν η ψυχή μου τετάρακται\, και τί είπω; πάτερ\, σώσον με εκ της ώρας ταύτης. αλλά διά τούτο ήλθον εις την ώραν ταύτην. πάτερ\, δόξασόν σου το όνομα. ήλθεν ούν φωνή εκ του ουρανού· και εδόξασα και πάλιν δοξάσω. ο ούν όχλος ο εστώς και ακούσας έλεγε βροντήν γεγονέναι· άλλοι έλεγον· άγγελος αυτώ λελάληκεν. απεκρίθη ο ᾿Ιησούς και είπεν· ου δι᾽ εμέ αύτη η φωνή γέγονεν\, αλλά δι᾽ υμάς. νύν κρίσις εστί του κόσμου τούτου\, νύν ο άρχων του κόσμου τούτου εκβληθήσεται έξω· καγώ εάν υψωθώ εκ της γής\, πάντας ελκύσω πρός εμαυτόν. τούτο δε έλεγε σημαίνων ποίω θανάτω ήμελλεν αποθνήσκειν. απεκρίθη αυτώ ο όχλος· ημείς ηκούσαμεν εκ του νόμου ότι ο Χριστός μένει εις τον αιώνα\, και πώς σύ λέγεις\, δεί υψωθήναι τον υιόν του ανθρώπου; τίς εστιν ούτος ο υιός του ανθρώπου; είπεν ούν αυτοίς ο ᾿Ιησούς· έτι μικρόν χρόνον το φώς μεθ᾽ υμών εστι· περιπατείτε έως το φώς έχετε\, ίνα μή σκοτία υμάς καταλάβη· και ο περιπατών εν τη σκοτία ουκ οίδε πού υπάγει. έως το φώς έχετε\, πιστεύετε εις το φώς\, ίνα υιοί φωτός γένησθε.\nΤαύτα ελάλησεν ο ᾿Ιησούς\, και απελθών εκρύβη απ᾽ αυτών. Τοσαύτα δε αυτού σημεία πεποιηκότος έμπροσθεν αυτών ουκ επίστευον εις αυτόν\, ίνα ο λόγος ῾Ησαΐου του προφήτου πληρωθή όν είπε· Κύριε\, τίς επίστευσε τη ακοή ημών; και ο βραχίων Κυρίου τίνι απεκαλύφθη; διά τούτο ουκ ηδύναντο πιστεύειν\, ότι πάλιν είπεν ῾Ησαΐας· τετύφλωκεν αυτών τους οφθαλμούς και πεπώρωκεν αυτών την καρδίαν\, ίνα μή ίδωσι τοις οφθαλμοίς και νοήσωσι τη καρδία και επιστραφώσι\, και ιάσομαι αυτούς. ταύτα είπεν ῾Ησαΐας ότε είδε την δόξαν αυτού και ελάλησε περί αυτού. όμως μέντοι και εκ των αρχόντων πολλοί επίστευσαν εις αυτόν\, αλλά διά τους Φαρισαίους ουχ ωμολόγουν\, ίνα μή αποσυνάγωγοι γένωνται· ηγάπησαν γαρ την δόξαν των ανθρώπων μάλλον ήπερ την δόξαν του Θεού.\n᾿Ιησούς δε έκραξε και είπεν· ο πιστεύων εις εμέ ου πιστεύει εις εμέ\, αλλ᾽ εις τον πέμψαντά με\, καί ο θεωρών εμέ θεωρεί τον πέμψαντά με. εγώ φώς εις τον κόσμον ελήλυθα\, ίνα πάς ο πιστεύων εις εμέ εν τη σκοτία μή μείνη. καί εάν τίς μου ακούση των ρημάτων και μή πιστεύση\, εγώ ου κρίνω αυτόν· ου γαρ ήλθον ίνα κρίνω τον κόσμον\, αλλ᾽ ίνα σώσω τον κόσμον. ο αθετών εμέ και μή λαμβάνων τα ρήματά μου\, έχει τον κρίνοντα αυτόν· ο λόγος όν ελάλησα\, εκείνος κρινεί αυτόν εν τη εσχάτη ημέρα· ότι εγώ εξ εμαυτού ουκ ελάλησα\, αλλ᾽ ο πέμψας με πατήρ αυτός μοι εντολήν έδωκε τί είπω και τί λαλήσω· καί οίδα ότι η εντολή αυτού ζωή αιώνιός εστιν. ά ούν λαλώ εγώ\, καθώς είρηκέ μοι ο πατήρ\, ούτω λαλώ.\nΑνάγνωσις Ευαγγελίου: Κατά Ματθαίον  26:6-16\nΤου δε ᾿Ιησού γενομένου εν Βηθανία εν οικία Σίμωνος του λεπρού\, προσήλθεν αυτώ γυνή αλάβαστρον μύρου έχουσα βαρυτίμου\, και κατέχεεν επί την κεφαλήν αυτού ανακειμένου. ιδόντες δε οι μαθηταί αυτού ηγανάκτησαν λέγοντες· εις τί η απώλεια αύτη; ηδύνατο γαρ τούτο το μύρον πραθήναι πολλού και δοθήναι τοις πτωχοίς. γνούς δε ο ᾿Ιησούς είπεν αυτοίς· τί κόπους παρέχετε τη γυναικί; έργον γαρ καλόν ειργάσατο εις εμέ. τους πτωχούς γαρ πάντοτε έχετε μεθ’ εαυτών\, εμέ δε ου πάντοτε έχετε. βαλούσα γαρ αύτη το μύρον τούτο επί του σώματός μου\, πρός το ενταφιάσαι με εποίησεν. αμήν λέγω υμίν\, όπου εάν κηρυχθή το ευαγγέλιον τούτο εν όλω τω κόσμω\, λαληθήσεται και ό εποίησεν αύτη εις μνημόσυνον αυτής. Τότε πορευθείς εις των δώδεκα\, ο λεγόμενος ᾿Ιούδας ᾿Ισκαριώτης\, πρός τους αρχιερείς είπε· τί θέλετέ μοι δούναι\, και εγώ υμίν παραδώσω αυτόν; οι δε έστησαν αυτώ τριάκοντα αργύρια. και από τότε εζήτει ευκαιρίαν ίνα αυτόν παραδώ.
URL:https://2033.ad/event/%ce%bc%ce%b5%ce%b3%ce%ac%ce%bb%ce%b7-%cf%84%ce%b5%cf%84%ce%ac%cf%81%cf%84%ce%b7/
END:VEVENT
BEGIN:VEVENT
DTSTART;VALUE=DATE:20250416
DTEND;VALUE=DATE:20250417
DTSTAMP:20260425T211534
CREATED:20250309T164631Z
LAST-MODIFIED:20250309T164631Z
UID:25970-1744761600-1744847999@2033.ad
SUMMARY:Holy Wednesday
DESCRIPTION:Saints\, Feasts\, and Readings for 04/16/2025\nSaints and Feasts: Holy Wednesday; Agape\, Chionia\, and Irene\, the Holy Martyrs; Righteous Amphilochios of Patmos; Leonidas and Charissa\, Nike\, Galene\, Kallida\, Nounenchia\, Vasilissa\, and Theodora the Martyrs\nStrict Fast\nGospel Reading: John 12:17-50\nAt that time\, the crowd that had been with Jesus when he called Lazarus out of the tomb and raised him from the dead bore witness. The reason why the crowd went to meet him was that they heard he had done this sign.  The Pharisees then said to one another\, “You see that you can do nothing; look\, the world has gone after him.”\nNow among those who went up to worship at the feast were some Greeks.  So these came to Philip\, who was from Bethsaida in Galilee\, and said to him\, “Sir\, we wish to see Jesus.” Philip went and told Andrew; Andrew went with Philip and they told Jesus.  And Jesus answered them\, “The hour has come for the Son of man to be glorified.  Truly\, truly\, I say to you\, unless a grain of wheat falls into the earth and dies\, it remains alone; but if it dies\, it bears much fruit.  He who loves his life loses it\, and he who hates his life in this world will keep it for eternal life.  If any one serves me\, he must follow me; and where I am\, there shall my servant be also; if any one serves me\, the Father will honor him.\n“Now is my soul troubled. And what shall I say? ‘Father\, save me from this hour’? No\, for this purpose I have come to this hour.  Father\, glorify your name.” Then a voice came from heaven\, “I have glorified it\, and I will glorify it again.” The crowd standing by heard it and said that it had thundered. Others said\, “An angel has spoken to him.” Jesus answered\, “This voice has come for your sake\, not for mine.  Now is the judgment of this world\, now shall the ruler of this world be cast out; and I\, when I am lifted up from the earth\, will draw all men to myself.”  He said this to show by what death he was to die.  The crowd answered him\, “We have heard from the law that the Christ remains for ever. How can you say that the Son of man must be lifted up? Who is this Son of man?” Jesus said to them\, “The light is with you for a little longer. Walk while you have the light\, lest the darkness overtake you; he who walks in the darkness does not know where he goes. While you have the light\, believe in the light\, that you may become sons of light.”\nWhen Jesus had said this\, he departed and hid himself from them. Though he had done so many signs before them\, yet they did not believe in him;  it was that the word spoken by the prophet Isaiah might be fulfilled: “Lord\, who has believed our report\, and to whom has the arm of the Lord been revealed?” Therefore they could not believe. For Isaiah again said\,  “He has blinded their eyes and hardened their heart\, lest they should see with their eyes and perceive with their heart\, and turn for me to heal them.”  Isaiah said this because he saw his glory and spoke of him.  Nevertheless many even of the authorities believed in him\, but for fear of the Pharisees they did not confess it\, lest they should be put out of the synagogue: for they loved the praise of men more than the praise of God.\nAnd Jesus cried out and said\, “He who believes in me\, believes not in me but in him who sent me. And he who sees me sees him who sent me.  I have come as light into the world\, that whoever believes in me may not remain in darkness. If any one hears my sayings and does not keep them\, I do not judge him; for I did not come to judge the world but to save the world.  He who rejects me and does not receive my sayings has a judge; the word that I have spoken will be his judge on the last day.  For I have not spoken on my own authority; the Father who sent me has himself given me commandment what to say and what to speak. And I know that his commandment is eternal life. What I say\, therefore\, I say as the Father has bidden me.”\nGospel Reading: Matthew 26:6-16\nWhen Jesus was at Bethany at the house of Simon the leper\, a woman came up to him with an alabaster flask of very expensive ointment and she poured it on his head\, as he sat at table. But when the disciples saw it\, they were indignant\, saying\, “Why this waste? For this ointment might have been sold for a large sum\, and given to the poor.” But Jesus\, aware of this\, said to them\, “Why do you trouble the woman? For she has done a beautiful thing to me. For you always have the poor with you\, but you will not always have me. In pouring this ointment on my body she has done it to prepare me for burial. Truly\, I say to you wherever this gospel is preached in the whole world\, what she has done will be told in memory of her.” Then one of the twelve\, who was called Judas Iscariot\, went to the chief priests and said\, “What will you give me if I deliver him to you?” And they paid him thirty pieces of silver. And from that moment he sought an opportunity to betray him.
URL:https://2033.ad/event/holy-wednesday/
END:VEVENT
BEGIN:VEVENT
DTSTART;TZID=America/New_York:20250415T190000
DTEND;TZID=America/New_York:20250415T200000
DTSTAMP:20260425T211534
CREATED:20250309T165737Z
LAST-MODIFIED:20250309T165737Z
UID:26462-1744743600-1744747200@2033.ad
SUMMARY:Nymphios Service
DESCRIPTION:Join with Google Meet: https://meet.google.com/nys-djao-ito\nLearn more about Meet at: https://support.google.com/a/users/answer/9282720
URL:https://2033.ad/event/nymphios-service-3/
END:VEVENT
BEGIN:VEVENT
DTSTART;TZID=America/New_York:20250415T180000
DTEND;TZID=America/New_York:20250415T200000
DTSTAMP:20260425T211534
CREATED:20250309T165737Z
LAST-MODIFIED:20250309T165737Z
UID:26461-1744740000-1744747200@2033.ad
SUMMARY:No Philoptochos Meeting
DESCRIPTION:
URL:https://2033.ad/event/no-philoptochos-meeting/
END:VEVENT
BEGIN:VEVENT
DTSTART;VALUE=DATE:20250415
DTEND;VALUE=DATE:20250416
DTSTAMP:20260425T211534
CREATED:20250309T164737Z
LAST-MODIFIED:20250309T164737Z
UID:26177-1744675200-1744761599@2033.ad
SUMMARY:Μεγάλη Τρίτη
DESCRIPTION:Άγιοι\, εορταί\, και Αναγνώσεις – Τρίτη\, 15 Απριλίου 2025\nΆγιοι και εορταί: Μεγάλη Τρίτη; Μάρτυρος Κρήσκεντος\, του εν Μύροις της Λυκίας; Λεωνίδας Ιερομάρτυς; Μιχαήλ ο Νεομάρτυς της Σμύρνης; 9 οσιομάρτυρες της Κορινθίας ; Πάνταρν\nΑυστηρή Νηστεία\nΑνάγνωσις Ευαγγελίου: Κατά Ματθαίον 22:15-46\, 23:1-39\nΤω καιρώ εκείνω συμβούλιον έλαβον οι Φαρισαίοι κατά του Ιησού όπως αυτόν παγιδεύσωσιν εν λόγω. Και αποστέλλουσιν αυτώ τους μαθητάς αυτών μετά των Ηρωδιανών λέγοντες· Διδάσκαλε\, οίδαμεν ότι αληθής ει και την οδόν του Θεού εν αληθεία διδάσκεις\, και ου μέλει σοι περί ουδενός· ου γαρ βλέπεις εις πρόσωπον ανθρώπου· ειπέ ούν ημίν\, τί σοι δοκεί; Έξεστι δούναι κήνσον Καίσαρι ή ού· Γνούς δε ο Ιησούς την πονηρίαν αυτών είπε· Τί με πειράζετε\, υποκριταί;  Επιδείξατέ μοι το νόμισμα του κήνσου. Οι δε προσήνεγκαν αυτώ δηνάριον. Και λέγει αυτοίς· Τίνος η εικών αύτη και η επιγραφή;  Λέγουσιν αυτώ· Καίσαρος· Τότε λέγει αυτοίς· Απόδοτε ούν τα Καίσαρος Καίσαρι και τα του Θεού τω Θεώ. Και ακούσαντες εθαύμασαν\, και αφέντες αυτόν απήλθον. Εν εκείνη τη ημέρα προσήλθον αυτώ Σαδδουκαίοι\, οι λέγοντες μή είναι ανάστασιν\, και επηρώτησαν αυτόν λέγοντες· Διδάσκαλε\, Μωσής είπεν\, «εάν τις αποθάνη μή έχων τέκνα\, επιγαμβρεύσει ο αδελφός αυτού την γυναίκα αυτού και αναστήσει σπέρμα τω αδελφώ αυτού».  ήσαν δε παρ’ ημίν επτά αδελφοί· και ο πρώτος γαμήσας ετελεύτησε\, και μή έχων σπέρμα αφήκε την γυναίκα αυτού τω αδελφώ αυτού· ομοίως και ο δεύτερος και ο τρίτος\, έως των επτά.  ύστερον δε πάντων απέθανε και η γυνή.  Εν τη ούν αναστάσει τίνος των επτά έσται η γυνή; Πάντες γαρ έσχον αυτήν. Αποκριθείς δε ο Ιησούς είπεν αυτοίς· Πλανάσθε μή ειδότες τάς γραφάς μηδέ την δύναμιν του Θεού· Εν γαρ τη αναστάσει ούτε γαμούσιν ούτε εκγαμίζονται\, αλλ’ ως άγγελοι Θεού εν ουρανώ εισι. Περί δε της αναστάσεως των νεκρών ουκ ανέγνωτε το ρηθέν υμίν υπό του Θεού λέγοντος\, εγώ ειμι ο Θεός Αβραάμ και ο Θεός Ισαάκ και ο Θεός Ιακώβ; Ουκ έστιν ο Θεός Θεός νεκρών\, αλλά ζώντων. Και ακούσαντες οι όχλοι εξεπλήσσοντο επί τη διδαχή αυτού. Οι δε Φαρισαίοι ακούσαντες ότι εφίμωσε τους Σαδδουκαίους\, συνήχθησαν επί το αυτό\, και επηρώτησεν εις εξ αυτών\, νομικός\, πειράζων αυτόν και λέγων· Διδάσκαλε\, ποία εντολή μεγάλη εν τω νόμω; ῾Ο δε Ιησούς έφη αυτώ· Αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εν όλη τη καρδία σου και εν όλη τη ψυχή σου και εν όλη τη διανοία σου· αύτη εστί πρώτη και μεγάλη εντολή. Δευτέρα δε ομοία αυτή· αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν. Εν ταύταις ταις δυσίν εντολαίς όλος ο νόμος και οι προφήται κρέμανται. Συνηγμένων δε των Φαρισαίων επηρώτησεν αυτούς ο Ιησούς λέγων· Τί υμίν δοκεί περί του Χριστού; Τίνος υιός εστι; Λέγουσιν αυτώ· Του Δαυῒδ. Λέγει αυτοίς· Πώς ούν Δαυῒδ εν Πνεύματι Κύριον καλεί αυτόν λέγων\, είπεν ο Κύριος τω Κυρίω μου\, κάθου εκ δεξιών μου έως άν θώ τους εχθρούς σου υποπόδιον των ποδών σου; Ει ούν Δαυῒδ καλεί αυτόν Κύριον\, πώς υιός αυτού εστι; Και ουδείς εδύνατο αυτώ αποκριθήναι λόγον\, ουδέ ετόλμησέ τις απ’ εκείνης της ημέρας επερωτήσαι αυτόν ουκέτι. Τότε ο Ιησούς ελάλησε τοις όχλοις και τοις μαθηταίς αυτού λέγων· Επί της Μωσέως καθέδρας εκάθισαν οι γραμματείς και οι Φαρισαίοι. Πάντα ούν όσα εάν είπωσιν υμίν τηρείν\, τηρείτε και ποιείτε\, κατά δε τα έργα αυτών μή ποιείτε· λέγουσι γάρ\, και ου ποιούσι. Δεσμεύουσιν γαρ φορτία βαρέα και επιτιθέασιν επί τους ώμους των ανθρώπων\, τω δε δακτύλω αυτών ου θέλουσι κινήσαι αυτά. Πάντα δε τα έργα αυτών ποιούσι πρός το θεαθήναι τοις ανθρώποις\, πλατύνουσι γαρ τα φυλακτήρια αυτών και μεγαλύνουσι τα κράσπεδα των ιματίων αυτών\,  φιλούσι δε την πρωτοκλισίαν εν τοις δείπνοις και τάς πρωτοκαθεδρίας εν ταις συναγωγαίς  και τους ασπασμούς εν ταις αγοραίς και καλείσθαι υπό των ανθρώπων\, ραββί ραββί.  υμείς δε μή κληθήτε ραββί· εις γάρ υμών εστιν ο διδάσκαλος\, ο Χριστός· πάντες δε υμείς αδελφοί εστε. Και πατέρα μή καλέσητε υμών επί της γής· εις γάρ εστιν ο πατήρ υμών\, ο εν τοις ουρανοίς. Μηδέ κληθήτε καθηγηταί· εις γάρ υμών εστιν ο καθηγητής\, ο Χριστός. ῾Ο δε μείζων υμών έσται υμών διάκονος. Όστις δε υψώσει εαυτόν ταπεινωθήσεται\, και όστις ταπεινώσει εαυτόν υψωθήσεται. Ουαί δε υμίν\, γραμματείς και Φαρισαίοι υποκριταί\, ότι κατεσθίετε τάς οικίας των χηρών και προφάσει μακρά προσευχόμενοι· διά τούτο λήψεσθε περισσότερον κρίμα. Ουαί υμίν\, γραμματείς και Φαρισαίοι υποκριταί\, ότι κλείετε την βασιλείαν των ουρανών έμπροσθεν των ανθρώπων· υμείς γαρ ουκ εισέρχεσθε\, ουδέ τους εισερχομένους αφίετε εισελθείν. Ουαί υμίν\, γραμματείς και Φαρισαίοι υποκριταί\, ότι περιάγετε την θάλασσαν και την ξηράν ποιήσαι ένα προσήλυτον\, και όταν γένηται\, ποιείτε αυτόν υιόν γεέννης διπλότερον υμών. Ουαί υμίν\, οδηγοί τυφλοί\, οι λέγοντες· ός άν ομόση εν τω ναώ\, ουδέν εστιν\, ός δ’ άν ομόση εν τω χρυσώ του ναού οφείλει. Μωροί και τυφλοί! τίς γαρ μείζων εστίν\, ο χρυσός ή ο ναός ο αγιάζων τον χρυσόν; Καί· ός άν ομόση εν τω θυσιαστηρίω\, ουδέν εστιν\, ός δ’ άν ομόση εν τω δώρω τω επάνω αυτού\, οφείλει. Μωροί και τυφλοί! τί γαρ μείζον\, το δώρον ή το θυσιαστήριον το αγιάζον το δώρον; ῾Ο ούν ομόσας εν τω θυσιαστηρίω ομνύει εν αυτώ και εν πάσι τοις επάνω αυτού· Και ο ομόσας εν τω ναώ ομνύει εν αυτώ και εν τω κατοικήσαντι αυτόν·  Και ο ομόσας εν τω ουρανώ ομνύει εν τω θρόνω του Θεού και εν τω καθημένω επάνω αυτού. Ουαί υμίν\, γραμματείς και Φαρισαίοι υποκριταί\, ότι αποδεκατούτε το ηδύοσμον και το άνηθον και το κύμινον\, και αφήκατε τα βαρύτερα του νόμου\, την κρίσιν και τον έλεον και την πίστιν· ταύτα δε έδει ποιήσαι κακείνα μή αφιέναι. ῾Οδηγοί τυφλοί\, οι διυλίζοντες τον κώνωπα\, την δε κάμηλον καταπίνοντες! Ουαί υμίν\, γραμματείς και Φαρισαίοι υποκριταί\, ότι καθαρίζετε το έξωθεν του ποτηρίου και της παροψίδος\, έσωθεν δε γέμουσιν εξ αρπαγής και αδικίας. Φαρισαίε τυφλέ\, καθάρισον πρώτον το εντός του ποτηρίου και της παροψίδος\, ίνα γένηται και το εκτός αυτών καθαρόν.  Ουαί υμίν\, γραμματείς και Φαρισαίοι υποκριταί\, ότι παρομοιάζετε τάφοις κεκονιαμένοις\, οίτινες έξωθεν μέν φαίνονται ωραίοι\, έσωθεν δε γέμουσιν οστέων νεκρών και πάσης ακαθαρσίας. Ούτω και υμείς έξωθεν μέν φαίνεσθε τοις ανθρώποις δίκαιοι\, έσωθεν δέ μεστοί εστε υποκρίσεως και ανομίας. Ουαί υμίν\, γραμματείς και Φαρισαίοι υποκριταί\, ότι οικοδομείτε τους τάφους των προφητών και κοσμείτε τα μνημεία των δικαίων\, και λέγετε· ει ήμεν εν ταις ημέραις των πατέρων ημών\, ουκ άν ήμεν κοινωνοί αυτών εν τω αίματι των προφητών. Ώστε μαρτυρείτε εαυτοίς &#Ανάγνωσις Ευαγγελίου: Κατά Ματθαίον  24:36-51\, 25:1-46\, 26:1-2\nΕίπεν ο Κυριος τοις εαυτού μαθηταίς· Περί δε της ημέρας εκείνης και ώρας ουδείς οίδεν\, ουδέ οι άγγελοι των ουρανών\, ει μή ο πατήρ μου μόνος. ώσπερ δε αι ημέραι του Νώε\, ούτως έσται και η παρουσία του υιού του ανθρώπου. ώσπερ γαρ ήσαν εν ταις ημέραις ταις πρό του κατακλυσμού τρώγοντες και πίνοντες\, γαμούντες και εκγαμίζοντες\, άχρι ής ημέρας εισήλθε Νώε εις την κιβωτόν\, και ουκ έγνωσαν έως ήλθεν ο κατακλυσμός και ήρεν άπαντας\, ούτως έσται και η παρουσία του υιού του ανθρώπου. τότε δύο έσονται εν τω αγρώ\, ο εις παραλαμβάνεται και ο εις αφίεται· δύο αλήθουσαι εν τω μυλώνι\, μία παραλαμβάνεται και μία αφίεται. γρηγορείτε ούν\, ότι ουκ οίδατε ποία ώρα ο Κύριος υμών έρχεται. ᾿Εκείνο δε γινώσκετε ότι ει ᾔδει ο οικοδεσπότης ποία φυλακή ο κλέπτης έρχεται\, εγρηγόρησεν άν και ουκ άν είασε διορυγήναι την οικίαν αυτού. διά τούτο και υμείς γίνεσθε έτοιμοι\, ότι ή ώρα ου δοκείτε ο υιός του ανθρώπου έρχεται. Τίς άρα εστίν ο πιστός δούλος και φρόνιμος\, όν κατέστησεν ο κύριος αυτού επί της θεραπείας αυτού του διδόναι αυτοίς την τροφήν εν καιρώ; μακάριος ο δούλος εκείνος όν ελθών ο κύριος αυτού ευρήσει ποιούντα ούτως. αμήν λέγω υμίν ότι επί πάσι τοις υπάρχουσιν αυτού καταστήσει αυτόν. εάν δε είπη ο κακός δούλος εκείνος εν τη καρδία αυτού\, χρονίζει ο κύριός μου ελθείν\, και άρξηται τύπτειν τους συνδούλους αυτού\, εσθίη δε και πίνη μετά των μεθυόντων\, ήξει ο κύριος του δούλου εκείνου εν ημέρα ή ου προσδοκά και εν ώρα ή ου γινώσκει\, και διχοτομήσει αυτόν\, και το μέρος αυτού μετά των υποκριτών θήσει· εκεί έσται ο κλαυθμός και ο βρυγμός των οδόντων.\nΤότε ομοιωθήσεται η βασιλεία των ουρανών δέκα παρθένοις\, αίτινες λαβούσαι τάς λαμπάδας αυτών εξήλθον εις απάντησιν του νυμφίου. πέντε δε ήσαν εξ αυτών φρόνιμοι και αι πέντε μωραί. αίτινες μωραί λαβούσαι τάς λαμπάδας εαυτών ουκ έλαβον μεθ᾿ εαυτών έλαιον· αι δε φρόνιμοι έλαβον έλαιον εν τοις αγγείοις αυτών μετά των λαμπάδων αυτών. χρονίζοντος δε του νυμφίου ενύσταξαν πάσαι και εκάθευδον. μέσης δε νυκτός κραυγή γέγονεν· ιδού ο νυμφίος έρχεται\, εξέρχεσθε εις απάντησιν αυτού. τότε ηγέρθησαν πάσαι αι παρθένοι εκείναι και εκόσμησαν τάς λαμπάδας αυτών. αι δε μωραί ταις φρονίμοις είπον· δότε ημίν εκ του ελαίου υμών\, ότι αι λαμπάδες ημών σβέννυνται. απεκρίθησαν δε αι φρόνιμοι λέγουσαι· μήποτε ουκ αρκέση ημίν και υμίν· πορεύεσθε δε μάλλον πρός τους πωλούντας και αγοράσατε εαυταίς. απερχομένων δε αυτών αγοράσαι ήλθεν ο νυμφίος και αι έτοιμοι εισήλθον μετ᾿ αυτού εις τους γάμους\, και εκλείσθη η θύρα. ύστερον δε έρχονται και αι λοιπαί παρθένοι λέγουσαι· κύριε κύριε\, άνοιξον ημίν. ο δε αποκριθείς είπεν· αμήν λέγω υμίν\, ουκ οίδα υμάς. γρηγορείτε ούν\, ότι ουκ οίδατε την ημέραν ουδέ την ώραν εν ή ο υιός του ανθρώπου έρχεται.\n῞Ωσπερ γαρ άνθρωπος αποδημών εκάλεσε τους ιδίους δούλους και παρέδωκεν αυτοίς τα υπάρχοντα αυτού\, καί ώ μέν έδωκε πέντε τάλαντα\, ώ δε δύο\, ώ δε έν\, εκάστω κατά την ιδίαν δύναμιν\, και απεδήμησεν ευθέως. πορευθείς δε ο τα πέντε τάλαντα λαβών ειργάσατο εν αυτοίς και εποίησεν άλλα πέντε τάλαντα. ωσαύτως και ο τα δύο εκέρδησε και αυτός άλλα δύο. ο δε το έν λαβών απελθών ώρυξεν εν τη γή και απέκρυψε το αργύριον του κυρίου αυτού. μετά δε χρόνον πολύν έρχεται ο κύριος των δούλων εκείνων και συναίρει μετ᾿ αυτών λόγον. καί προσελθών ο τα πέντε τάλαντα λαβών προσήνεγκεν άλλα πέντε τάλαντα λέγων· κύριε\, πέντε τάλαντά μοι παρέδωκας· ίδε άλλα πέντε τάλαντα εκέρδησα επ᾿ αυτοίς. έφη αυτώ ο κύριος αυτού· εύ\, δούλε αγαθέ και πιστέ! επί ολίγα ής πιστός\, επί πολλών σε καταστήσω· είσελθε εις την χαράν του κυρίου σου. προσελθών δε και ο τα δύο τάλαντα λαβών είπε· κύριε\, δύο τάλαντά μοι παρέδωκας· ίδε άλλα δύο τάλαντα εκέρδησα επ᾿ αυτοίς. έφη αυτώ ο κύριος αυτού· εύ\, δούλε αγαθέ και πιστέ! επί ολίγα ής πιστός\, επί πολλών σε καταστήσω· είσελθε εις την χαράν του κυρίου σου. προσελθών δε και ο το έν τάλαντον ειληφώς είπε· κύριε· έγνων σε ότι σκληρός ει άνθρωπος\, θερίζων όπου ουκ έσπειρας και συνάγων όθεν ου διεσκόρπισας· καί φοβηθείς απελθών έκρυψα το τάλαντόν σου εν τη γή· ίδε έχεις το σόν. αποκριθείς δε ο κύριος αυτού είπεν αυτώ· πονηρέ δούλε και οκνηρέ! ᾔδεις ότι θερίζω όπου ουκ έσπειρα και συνάγω όθεν ου διεσκόρπισα! έδει ούν σε βαλείν το αργύριόν μου τοις τραπεζίταις\, και ελθών εγώ εκομισάμην άν το εμόν σύν τόκω. άρατε ούν απ᾿ αυτού το τάλαντον και δότε τω έχοντι τα δέκα τάλαντα. τώ γαρ έχοντι παντί δοθήσεται και περισσευθήσεται\, από δε του μή έχοντος και ό έχει αρθήσεται απ᾿ αυτού. καί τον αχρείον δούλον εκβάλετε εις το σκότος το εξώτερον· εκεί έσται ο κλαυθμός και ο βρυγμός των οδόντων.\n῞Οταν δε έλθη ο υιός του ανθρώπου εν τη δόξη αυτού και πάντες οι άγιοι άγγελοι μετ᾿ αυτού\, τότε καθίσει επί θρόνου δόξης αυτού\, καί συναχθήσεται έμπροσθεν αυτού πάντα τα έθνη\, και αφοριεί αυτούς απ᾿ αλλήλων ώσπερ ο ποιμήν αφορίζει τα πρόβατα από των ερίφων\, καί στήσει τα μέν πρόβατα εκ δεξιών αυτού\, τα δε ερίφια εξ ευωνύμων. τότε ερεί ο βασιλεύς τοις εκ δεξιών αυτού· δεύτε οι ευλογημένοι του πατρός μου\, κληρονομήσατε την ητοιμασμένην υμίν βασιλείαν από καταβολής κόσμου. επείνασα γάρ\, και εδώκατέ μοι φαγείν\, εδίψησα\, και εποτίσατέ με\, ξένος ήμην\, και συνηγάγετέ με\, γυμνός\, και περιεβάλετέ με\, ησθένησα\, και επεσκέψασθέ με\, εν φυλακή ήμην\, και ήλθετε πρός με. τότε αποκριθήσονται αυτώ οι δίκαιοι λέγοντες· κύριε\, πότε σε είδομεν πεινώντα και εθρέψαμεν\, ή διψώντα και εποτίσαμεν; πότε δέ σε είδομεν ξένον και συνηγάγομεν\, ή γυμνόν και περιεβάλομεν; πότε δέ σε είδομεν ασθενή ή εν φυλακή\, και ήλθομεν πρός σε; καί αποκριθείς ο βασιλεύς ερεί αυτοίς· αμήν λέγω υμίν\, εφ᾿ όσον εποιήσατε ενί τούτων των αδελφών μου των ελαχίστων\, εμοί εποιήσατε. τότε ερεί και τοις εξ ευωνύμων· πορεύεσθε απ᾿ εμού οι κατηραμένοι εις το πύρ το αιώνιον το ητοιμασμένον τω διαβόλω και τοις αγγέλοις αυτού. επείνασα γάρ\, και ουκ εδώκατέ μοι φαγείν\, εδίψησα\, και ουκ εποτίσατέ με\, ξένος ήμην\, και ου συνηγάγετέ με\, γυμνός\, και ου περιεβάλετέ με\, ασθενής και εν φυλακή\, και ουκ επεσκέψασθέ με. τότε αποκριθή&si
URL:https://2033.ad/event/%ce%bc%ce%b5%ce%b3%ce%ac%ce%bb%ce%b7-%cf%84%cf%81%ce%af%cf%84%ce%b7/
END:VEVENT
BEGIN:VEVENT
DTSTART;VALUE=DATE:20250415
DTEND;VALUE=DATE:20250416
DTSTAMP:20260425T211534
CREATED:20250309T164631Z
LAST-MODIFIED:20250309T164631Z
UID:25969-1744675200-1744761599@2033.ad
SUMMARY:Holy Tuesday
DESCRIPTION:Saints\, Feasts\, and Readings for 04/15/2025\nSaints and Feasts: Holy Tuesday; Crescens the Martyr; Leonidas\, Bishop of Athens; Michael the New Martyr of Smyrna; The 9 Monk-martyrs of Corinth; Padarn\, Bishop and Founder of Llandabarn Fawr\nStrict Fast\nGospel Reading: Matthew 22:15-46; 23:1-39\nAt that time\, the Pharisees went and took counsel against Jesus\, how to entangle him in his talk. And they sent their disciples to him\, along with the Herodians\, saying\, “Teacher\, we know that you are true\, and teach the way of God truthfully\, and care for no man; for you do not regard the position of men. Tell us\, then\, what you think. Is it lawful to pay taxes to Caesar\, or not?” But Jesus\, aware of their malice\, said\, “Why put me to the test\, you hypocrites? Show me the money for the tax.” And they brought him a coin. And Jesus said to them\, “Whose likeness and inscription is this?” They said\, “Caesar’s.” Then he said to them\, “Render\, therefore to Caesar the things that are Caesar’s\, and to God the things that are God’s. ” When they heard it\, they marveled; and they left him and went away.\nThe same day the Sadducees came to him\, who say that there is no resurrection; and they asked him a question saying\, “Teacher\, Moses said\, ‘If a man dies\, having no children\, his brother must marry the widow\, and raise up children for his brother.’ Now there were seven brothers among us; the first married\, and died\, and having no children left his wife to his brother. So too the second and third\, down to the seventh. After them all\, the woman died. In the resurrection\, therefore\, to which of the seven will she be wife? For they all had her.”\nBut Jesus answered them\, “You are wrong\, because you know neither the scriptures nor the power of God. For in the resurrection they neither marry nor are given in marriage\, but are like angels of God in heaven. And as for the resurrection of the dead\, have you not read what was said to you by God\, ‘I am the God of Abraham\, and the God of Isaac\, and the God of Jacob’? He is not God of the dead\, but of the living.” And when the crowd heard it\, they were astonished at his teaching.\nBut when the Pharisees heard that he had silenced the Sadducees\, they came together. And one of them\, a lawyer\, asked him a question\, to test him. “Teacher\, which is the great commandment in the law?” And he said to him\, “You shall love the Lord your God with all your heart\, and with all your soul\, and with all your mind. This is the great and first commandment. And a second is like it. You shall love your neighbor as yourself. On these two commandments depend all the law and the prophets.”\nNow while the Pharisees were gathered together\, Jesus asked them a question\, saying: “What do you think of the Christ? Whose son is he?” They said to him\, “The son of David.” He said to them\, “How is it then that David\, inspired by the Spirit\, calls him Lord\, saying\, ‘The Lord said to my Lord\, sit at my right hand\, till I put your enemies under your feet’? If David thus calls him Lord\, how is he his son?” And no one was able to answer him a word\, nor from that day did any one dare to ask him any more questions.\nThen said Jesus to the crowds and to his disciples\, “The scribes and the Pharisees sit on Moses’ seat; so practice and observe whatever they tell you\, but not what they do; for they preach but do not practice. They bind heavy burdens\, hard to bear\, and lay them on men’s shoulders; but they themselves will not move them with their finger. They do all their deeds to be seen by men; for they make their phylacteries broad and their fringes long\, and they love the place of honor at feasts and the best seats in the synagogues\, and salutations in the market places\, and being called rabbi by men\, but you are not to be called rabbi\, for you have one teacher\, and you are all brethren. And call no man your father on earth\, for you have one Father\, who is in heaven. Neither be called masters\, for you have one master\, the Christ. He who is greatest among you shall be your servant; whoever exalts himself will be humbled\, and whoever humbles himself will be exalted.\n“But woe to you\, scribes and Pharisees\, hypocrites! for you devour widows’ houses and for a pretense you make long prayers; therefore you will receive the greater condemnation. Woe to you\, scribes and Pharisees\, hypocrites! because you shut the kingdom of heaven against men; for you neither enter yourselves\, nor allow those who would enter to go in. Woe to you\, scribes and Pharisees\, hypocrites! for you traverse sea and land to make a single proselyte\, and when he becomes a proselyte\, you make him twice as much a child of Gehenna as yourselves.\n“Woe to you\, blind guides\, who say\, ‘If any one swears by the temple\, it is nothing; but if any one swears by the gold of the temple\, he is bound by his oath.’ You blind fools! For which is greater\, the gold or the temple that has made the gold sacred? And you say\, ‘If any one swears by the altar\, it is nothing; but if any one swears by the gift that is on the altar\, he is bound by his oath.’ You blind men! For which is greater\, the gift or the altar that makes the gift sacred? So he who swears by the altar\, swears by it and by everything on it; and he who swears by the temple\, swears by it and by him who dwells in it; and he who swears by heaven\, swears by the throne of God and by him who sits upon it.\n“Woe to you\, scribes and Pharisees\, hypocrites! for you tithe mint and dill and cumin\, and have neglected the weightier matters of the law\, justice and mercy and faith; these you ought to have done without neglecting the others. You blind guides\, straining out a gnat and swallowing a camel! “Woe to you\, scribes and Pharisees\, hypocrites! for you cleanse the outside of the cup and of the plate\, but inside they are full of extortion and rapacity. You blind Pharisee! first cleanse the inside of the cup and of the plate\, that the outside also may be clean. Woe to you\, scribes and Pharisees\, hypocrites! for you are like white-washed tombs\, which outwardly appear beautiful\, but within they are full of dead men’s bones and all uncleanness. So you also outwardly appear to men\, but within you are full of hypocrisy and iniquity. Woe to you\, scribes and Pharisees\, hypocrites! for you build  the tombs of the prophets and adorn the monuments of the righteous\, saying\, ‘If we had lived in the days of our fathers\, we would not have taken part with them in shedding the blood of the prophets.’ Thus you witness against yourselves\, that you are sons of those who murdered the prophets. Fill up\, then\, the measure of your fathers. You serpents\, you brood of vipers\, how are you to escape being sentenced to Gehenna? Therefore I send you prophets and wise men and scribes\, some of whom you will kill and crucify\, and some you will scourge in your synagogues and persecute from town to town\, that upon you may come all the righteous blood shed on earth\, from the blood of innocent Abel to the blood of Zacharias the son of Barachiah\, whom you murdered between the sanctuary and the altar. Truly\, I say to you\, all this will come upon this generation.\n“O Jerusalem\, Jerusalem\, killing the prophets and stoning those who are sent to you! How often would I have gathered your children together as a hen gathers her brood under her wings\, and you would not! Behold\, your house is forsaken and desolate. For I tell you\, you will not see me again\, until you say\, ‘Blessed is he who comes in the name of the Lord.'”\nGospel Reading: Matthew 24:36-51; 25:1-46; 26:1-2\nThe Lord said to his disciples\, “Of that day and hour no one knows\, not even the angels of heaven\, but the Father only. As were the days of Noah\, so will be the coming of the Son of man. For as in those days before the flood they were eating and drinking\, marrying and giving in marriage\, until the day when Noah entered the ark\, and they did not know until the flood came and swept them all away\, so will be the coming of the Son of man. Then two men will be in the field; one is taken and one is left. Two women will be grinding at the mill; one is taken and one is left. Watch therefore\, for you do not know on what day your Lord is coming. But know this\, that if the householder had known in what part of the night the thief was coming\, he would have watched and would not have let his house be broken into. Therefore you also must be ready; for the Son of man is coming at an hour you do not expect.\n“Who then is the faithful and wise servant\, whom his master has set over his household\, to give them their food at the proper time? Blessed is that servant whom his master when he comes will find so doing. Truly\, I say to you\, he will set him over all his possessions. But if that wicked servant says to himself\, ‘My master is delayed\,’ and begins to beat his fellow servants\, and eats and drinks with the drunken\, the master of that servant will come on a day when he does not expect him and at an hour he does not know\, and will cut him in pieces\, and put him with the hypocrites; there men will weep and gnash their teeth.\n“Then the kingdom of heaven shall be compared to ten maidens who took their lamps and went to meet the bridegroom. Five of them were foolish\, and five were wise. For when the foolish took their lamps\, they took no oil with them; but the wise took flasks of oil with their lamps. As the bridegroom was delayed\, they all slumbered and slept. But at midnight there was a cry\, ‘Behold\, the bridegroom! Come out to meet him.’ Then all those maidens rose and trimmed their lamps. And the foolish said to the wise\, ‘Give us some of your oil\, for our lamps are going out.’ But the wise replied\, ‘Perhaps there will not be enough for us and for you; go rather to the dealers and buy for yourselves.’ And while they went to buy\, the bridegroom came\, and those who were ready went in with him to the marriage feast; and the door was shut. Afterward the other maidens came also\, saying\, ‘Lord\, Lord\, open to us.’ But he replied\, ‘Truly\, I say to you\, I do not know you.’ Watch therefore\, for you know neither the day nor the hour when the Son of man shall come.\n“For it will be as when a man going on a journey called his servants and entrusted to them his property; to one he gave five talents\, to another two\, to another one\, to each according to his ability. Then he went away. He who had received the five talents went at once and traded with them; and he made five talents more. So also\, he who had the two talents made two talents more. But he who had received the one talent went and dug in the ground and hid his master’s money. Now after a long time the master of those servants came and settled accounts with them. And he who had received the five talents came forward\, bringing five talents more\, saying\, ‘Master\, you delivered to me five talents; here I have made five talents more.’ His master said to him\, ‘Well done\, good and faithful servant; you have been faithful over a little\, I will set you over much; enter into the joy of your master.’ And he also who had the two talents came forward\, saying\, ‘Master\, you delivered to me two talents; here I have made two talents more.’ His master said to him\, ‘Well done\, good and faithful servant; you have been faithful over a little\, I will set you over much; enter into the joy of your master.’ He also who had received the one talent came forward\, saying\, ‘Master\, I knew you to be a hard man\, reaping where you did not sow\, and gathering where you did not winnow; so I was afraid\, and I went and hid your talent in the ground. Here you have what is yours.’ But his master answered him\, ‘You wicked and slothful servant! You knew that I reap where I have not sowed\, and gather where I have not winnowed? Then you ought to have invested my money with the bankers\, and at my coming I should have received what was my own with interest. So take the talent from him\, and give it to him who has the ten talents. For to every one who has will more be given\, and he will have abundance; but from him who has not\, even what he has will be taken away. And cast the worthless servant into the outer darkness; there men will weep and gnash their teeth.’\n“When the Son of man comes in his glory\, and all the angels with him\, then he will sit on his glorious throne. Before him will be gathered all the nations\, and he will separate them one from another as a shepherd separates the sheep from the goats\, and he will place the sheep at his right hand\, but the goats at the left. Then the King will say to those at his right hand\, ‘Come\, O blessed of my Father\, inherit the kingdom prepared for you from the foundation of the world; for I was hungry and you gave me food\, I was thirsty and you gave me drink\, I was a stranger and you welcomed me\, I was naked and you clothed me\, I was sick and you visited me\, I was in prison and you came to me.’ Then the righteous will answer him\, ‘Lord\, when did we see you hungry and feed you\, or thirsty and give you drink? And when did we see you a stranger and welcome you\, or naked and clothe you? And when did we see you sick or in prison and visit you?’ And the King will answer them\, ‘Truly\, I say to you\, as you did it to one of the least of these my brethren\, you did it to me.’ Then he will say to those at his left hand\, ‘Depart from me\, you cursed\, into the eternal fire prepared for the devil and his angels; for I was hungry and you gave me no food\, I was thirsty and you gave me no drink\, I was a stranger and you did not welcome me\, naked and you did not clothe me\, sick and in prison and you did not visit me.’ Then they also will answer\, ‘Lord\, when did we see you hungry or thirsty or a stranger or naked or sick or in prison\, and did not minister to you?’ Then he will answer them\, ‘Truly\, I say to you\, as you did it not to one of the least of these\, you did it not to me.’ And they will go away into eternal punishment\, but the righteous into eternal life.”\nWhen Jesus had finished all these sayings\, he said to his disciples\, “You know that after two days the Passover is coming\, and the Son of man will be delivered up to be crucified.”
URL:https://2033.ad/event/holy-tuesday/
END:VEVENT
BEGIN:VEVENT
DTSTART;TZID=America/New_York:20250414T190000
DTEND;TZID=America/New_York:20250414T200000
DTSTAMP:20260425T211534
CREATED:20250309T165737Z
LAST-MODIFIED:20250309T165737Z
UID:26459-1744657200-1744660800@2033.ad
SUMMARY:Nymphios Service
DESCRIPTION:Join with Google Meet: https://meet.google.com/avg-hdfs-qmf\nLearn more about Meet at: https://support.google.com/a/users/answer/9282720
URL:https://2033.ad/event/nymphios-service-2/
END:VEVENT
BEGIN:VEVENT
DTSTART;TZID=America/New_York:20250414T171500
DTEND;TZID=America/New_York:20250414T183000
DTSTAMP:20260425T211534
CREATED:20250309T165737Z
LAST-MODIFIED:20250309T165737Z
UID:26458-1744650900-1744655400@2033.ad
SUMMARY:No Greek School
DESCRIPTION:First day back.\n5/14/22 GB
URL:https://2033.ad/event/no-greek-school/
END:VEVENT
BEGIN:VEVENT
DTSTART;TZID=UTC:20250414T000000
DTEND;TZID=UTC:20250420T000000
DTSTAMP:20260425T211534
CREATED:20241107T035338Z
LAST-MODIFIED:20241107T035338Z
UID:24766-1744588800-1745107200@2033.ad
SUMMARY:HOLY WEEK
DESCRIPTION:
URL:https://2033.ad/event/holy-week/
END:VEVENT
BEGIN:VEVENT
DTSTART;VALUE=DATE:20250414
DTEND;VALUE=DATE:20250415
DTSTAMP:20260425T211534
CREATED:20250309T164736Z
LAST-MODIFIED:20250309T164736Z
UID:26176-1744588800-1744675199@2033.ad
SUMMARY:Μεγάλη Δευτέρα
DESCRIPTION:Άγιοι\, εορταί\, και Αναγνώσεις – Δευτέρα\, 14 Απριλίου 2025\nΆγιοι και εορταί: Μεγάλη Δευτέρα   ; Αρίσταρχος\, Πούδης και Τρόφιμος εκ των 70; Αγία Μάρτυς Θωμαϊς; Αρδαλίων ο Μάρτυρας ο μίμος; Δημήτριος ο Νεομάρτυρας\nΑυστηρή Νηστεία\nΑνάγνωσις Ευαγγελίου: Κατά Ματθαίον 21:18-43\nΤω καιρώ εκείνω\, επανάγων ο Ιησούς εις την πόλιν επείνασεν. και ιδών συκήν μίαν επί της οδού ήλθεν επ᾿ αυτήν\, και ουδέν εύρεν εν αυτή ει μή φύλλα μόνον\, και λέγει αυτή· μηκέτι εκ σού καρπός γένηται εις τον αιώνα. και εξηράνθη παραχρήμα η συκή. και ιδόντες οι μαθηταί εθαύμασαν λέγοντες· πώς παραχρήμα εξηράνθη η συκή; αποκριθείς δε ο ᾿Ιησούς είπεν αυτοίς· αμήν λέγω υμίν\, εάν έχητε πίστιν και μή διακριθήτε\, ου μόνον το της συκής ποιήσετε\, αλλά κάν τω όρει τούτω είπητε\, άρθητι και βλήθητι εις την θάλασσαν\, γενήσεται· και πάντα όσα εάν αιτήσητε εν τη προσευχή πιστεύοντες\, λήψεσθε. Και ελθόντι αυτώ εις το ιερόν προσήλθον αυτώ διδάσκοντι οι αρχιερείς και οι πρεσβύτεροι του λαού λέγοντες· εν ποία εξουσία ταύτα ποιείς\, και τίς σοι έδωκε την εξουσίαν ταύτην; αποκριθείς δε ο ᾿Ιησούς είπεν αυτοίς· ερωτήσω υμάς καγώ λόγον ένα\, όν εάν είπητέ μοι\, καγώ υμίν ερώ εν ποία εξουσία ταύτα ποιώ. το βάπτισμα ᾿Ιωάννου πόθεν ήν\, εξ ουρανού ή εξ ανθρώπων; οι δε διελογίζοντο παρ᾿ εαυτοίς λέγοντες· εάν είπωμεν\, εξ ουρανού\, ερεί ημίν\, διατί ούν ουκ επιστεύσατε αυτώ· εάν δε είπωμεν\, εξ ανθρώπων\, φοβούμεθα τον όχλον· πάντες γαρ έχουσι τον ᾿Ιωάννην ως προφήτην. και αποκριθέντες τω ᾿Ιησού είπον· ουκ οίδαμεν. έφη αυτοίς και αυτός· ουδέ εγώ λέγω υμίν εν ποία εξουσία ταύτα ποιώ.\nΤί δε υμίν δοκεί; άνθρωπός τις είχε τέκνα δύο\, και προσελθών τω πρώτω είπε· τέκνον\, ύπαγε σήμερον εργάζου εν τω αμπελώνί μου. ο δε αποκριθείς είπεν· ου θέλω· ύστερον δε μεταμεληθείς απήλθε. και προσελθών τω δευτέρω είπεν ωσαύτως. ο δε αποκριθείς είπεν· εγώ\, κύριε· και ουκ απήλθε. τίς εκ των δύο εποίησε το θέλημα του πατρός; λέγουσιν αυτώ· ο πρώτος. λέγει αυτοίς ο ᾿Ιησούς· αμήν λέγω υμίν ότι οι τελώναι και αι πόρναι προάγουσιν υμάς εις την βασιλείαν του Θεού. ήλθε γαρ πρός υμάς ᾿Ιωάννης εν οδώ δικαιοσύνης\, και ουκ επιστεύσατε αυτώ· οι δε τελώναι και αι πόρναι επίστευσαν αυτώ· υμείς δε ιδόντες ου μετεμελήθητε ύστερον του πιστεύσαι αυτώ.\n῎Αλλην παραβολήν ακούσατε. άνθρωπός τις ήν οικοδεσπότης\, όστις εφύτευσεν αμπελώνα και φραγμόν αυτώ περιέθηκε και ώρυξεν εν αυτώ ληνόν και ᾠκοδόμησε πύργον\, και εξέδοτο αυτόν γεωργοίς και απεδήμησεν. ότε δε ήγγισεν ο καιρός των καρπών\, απέστειλε τους δούλους αυτού πρός τους γεωργούς λαβείν τους καρπούς αυτού. και λαβόντες οι γεωργοί τους δούλους αυτού όν μέν έδειραν\, όν δε απέκτειναν\, όν δε ελιθοβόλησαν. πάλιν απέστειλεν άλλους δούλους πλείονας των πρώτων\, και εποίησαν αυτοίς ωσαύτως. ύστερον δε απέστειλε πρός αυτούς τον υιόν αυτού λέγων· εντραπήσονται τον υιόν μου. οι δε γεωργοί ιδόντες τον υιόν είπον εν εαυτοίς· ούτός εστιν ο κληρονόμος· δεύτε αποκτείνωμεν αυτόν και κατάσχωμεν την κληρονομίαν αυτού. και λαβόντες αυτόν εξέβαλον έξω του αμπελώνος\, και απέκτειναν. όταν ούν έλθη ο κύριος του αμπελώνος\, τί ποιήσει τοις γεωργοίς εκείνοις; λέγουσιν αυτώ· κακούς κακώς απολέσει αυτούς\, και τον αμπελώνα εκδώσεται άλλοις γεωργοίς\, οίτινες αποδώσουσιν αυτώ τους καρπούς εν τοις καιροίς αυτών. λέγει αυτοίς ο ᾿Ιησούς· ουδέποτε ανέγνωτε εν ταις γραφαίς\, λίθον όν απεδοκίμασαν οι οικοδομούντες\, ούτος εγενήθη εις κεφαλήν γωνίας· παρά Κυρίου εγένετο αύτη\, και έστι θαυμαστή εν οφθαλμοίς ημών; διά τούτο λέγω υμίν ότι αρθήσεται αφ᾿ υμών η βασιλεία του Θεού και δοθήσεται έθνει ποιούντι τους καρπούς αυτής\nΑνάγνωσις Ευαγγελίου: Κατά Ματθαίον  24:3-35\nΤω καιρώ εκείνω\, καθημένου του Ιησού επί του ῎Ορους των ελαιών προσήλθον αυτώ οι μαθηταί κατ᾿ ιδίαν λέγοντες· ειπέ ημίν πότε ταύτα έσται\, και τί το σημείον της σής παρουσίας και της συντελείας του αιώνος; και αποκριθείς ο ᾿Ιησούς είπεν αυτοίς· βλέπετε μή τις υμάς πλανήση. πολλοί γαρ ελεύσονται επί τω ονόματί μου λέγοντες\, εγώ ειμι ο Χριστός\, και πολλούς πλανήσουσι. μελλήσετε δε ακούειν πολέμους και ακοάς πολέμων· οράτε μή θροείσθε· δεί γαρ πάντα γενέσθαι\, αλλ᾿ ούπω εστί το τέλος. εγερθήσεται γαρ έθνος επί έθνος και βασιλεία επί βασιλείαν\, και έσονται λιμοί και λοιμοί και σεισμοί κατά τόπους·πάντα δε ταύτα αρχή ωδίνων. τότε παραδώσουσιν υμάς εις θλίψιν και αποκτενούσιν υμάς\, και έσεσθε μισούμενοι υπό πάντων των εθνών διά το όνομά μου. και τότε σκανδαλισθήσονται πολλοί και αλλήλους παραδώσουσι και μισήσουσιν αλλήλους. και πολλοί ψευδοπροφήται εγερθήσονται και πλανήσουσι πολλούς\, και διά το πληθυνθήναι την ανομίαν ψυγήσεται η αγάπη των πολλών. ο δε υπομείνας εις τέλος\, ούτος σωθήσεται. και κηρυχθήσεται τούτο το ευαγγέλιον της βασιλείας εν όλη τη οικουμένη εις μαρτύριον πάσι τοις έθνεσι\, και τότε ήξει το τέλος. ῞Οταν ούν ίδητε το βδέλυγμα της ερημώσεως το ρηθέν διά Διανιήλ του προφήτου εστώς εν τόπω αγίω – ο αναγινώσκων νοείτω – τότε οι εν τη ᾿Ιουδαία φευγέτωσαν επί τα όρη\, ο επί του δώματος μή καταβαινέτω άραι τα εκ της οικίας αυτού\, και ο εν τω αγρώ μή επιστρεψάτω οπίσω άραι τα ιμάτια αυτού. ουαί δε ταις εν γαστρί εχούσαις και ταις θηλαζούσαις εν εκείναις ταις ημέραις. προσεύχεσθε δε ίνα μή γένηται η φυγή υμών χειμώνος μηδέ σαββάτω. έσται γαρ τότε θλίψις μεγάλη\, οία ου γέγονεν απ᾿ αρχής κόσμου έως του νύν ουδ᾿ ου μή γένηται. και ει μή εκολοβώθησαν αι ημέραι εκείναι\, ουκ άν εσώθη πάσα σάρξ· διά δε τους εκλεκτούς κολοβωθήσονται αι ημέραι εκείναι. τότε εάν τις υμίν είπη\, ιδού ώδε ο Χριστός ή ώδε\, μή πιστεύσητε· εγερθήσονται γαρ ψευδόχριστοι και ψευδοπροφήται και δώσουσι σημεία μεγάλα και τέρατα\, ώστε πλανήσαι\, ει δυνατόν\, και τους εκλεκτούς. ιδού προείρηκα υμίν. εάν ούν είπωσιν υμίν\, ιδού εν τη ερήμω εστί\, μή εξέλθητε\, ιδού εν τοις ταμείοις\, μή πιστεύσητε· ώσπερ γαρ η αστραπή εξέρχεται από ανατολών και φαίνεται έως δυσμών\, ούτως έσται και η παρουσία του υιού του ανθρώπου· όπου γαρ εάν ᾖ το πτώμα\, εκεί συναχθήσονται οι αετοί.\nΕυθέως δε μετά την θλίψιν των ημερών εκείνων ο ήλιος σκοτισθήσεταικαί η σελήνη ου δώσει το φέγγος αυτής\, και οι αστέρες πεσούνται από του ουρανού\, και αι δυνάμεις των ουρανών σαλευθήσονται. και τότε φανήσεται το σημείον του υιού του ανθρώπου εν τω ουρανώ\, και τότε κόψονται πάσαι αι φυλαί της γής και όψονται τον υιόν του ανθρώπου ερχόμενον επί των νεφελών του ουρανού μετά δυνάμεως και δόξης πολλής. και αποστελεί τους αγγέλους αυτού μετά σάλπιγγος φωνής μεγάλης\, και επισυνάξουσι τους εκλεκτούς αυτού εκ των τεσσάρων ανέμων απ᾿ άκρων ουρανών έως άκρων αυτών. ᾿Από δε της συκής μάθετε την παραβολήν. όταν ήδη ο κλάδος αυτής γένηται απαλός και τα φύλλα εκφύη\, γινώσκετε ότι εγγύς το θέρος· ούτω και υμείς όταν ίδητε ταύτα πάντα\, γινώσκετε ότι εγγύς εστιν επί θύραις. αμήν λέγω υμίν\, ου μή παρέλθη η γενεά αύτη έως άν πάντα ταύτα γένηται. ο ουρανός και η γή παρελεύσονται\, οι δε λόγοι μου ου μή παρέλθωσι.
URL:https://2033.ad/event/%ce%bc%ce%b5%ce%b3%ce%ac%ce%bb%ce%b7-%ce%b4%ce%b5%cf%85%cf%84%ce%ad%cf%81%ce%b1/
END:VEVENT
BEGIN:VEVENT
DTSTART;VALUE=DATE:20250414
DTEND;VALUE=DATE:20250415
DTSTAMP:20260425T211534
CREATED:20250309T164631Z
LAST-MODIFIED:20250309T164631Z
UID:25968-1744588800-1744675199@2033.ad
SUMMARY:Holy Monday
DESCRIPTION:Saints\, Feasts\, and Readings for 04/14/2025\nSaints and Feasts: Holy Monday; Aristarchus\, Pudens\, Trophimus the Apostles of the 70; Thomais the Martyr of Alexandria; Ardalion the Actor and Martyr; Demetrios the New-Martyr of Arcadia\nStrict Fast\nGospel Reading: Matthew 21:18-43\nAt that time\, as Jesus was returning to the city\, he was hungry. And seeing a fig tree by the wayside he went to it\, and found nothing on it but leaves only. And he said to it\, “May no fruit ever come from you again!” And the fig tree withered at once. When the disciples saw it they marveled\, saying\, “How did the fig tree wither at once?” And Jesus answered them\, “Truly\, I say to you\, if you have faith and never doubt\, you will not only do what has been done to the fig tree\, but even if you say to this mountain\, ‘Be taken up and cast into the sea\,’ it will be done. And whatever you ask in prayer\, you will receive\, if you have faith. ” And when he entered the temple\, the chief priests and the elders of the people came up to him as he was teaching\, and said\, “By what authority are you doing these things\, and who gave you this authority?” Jesus answered them\, “I also will ask you a question; and if you tell me the answer\, then I also will tell you by what authority I do these things. The baptism of John\, whence was it? From heaven or from men?” And they argued with one another\, “If we say\, ‘From heaven\,’ he will say to us\, ‘Why then did you not believe him?’ But if we say\, ‘From men\,’ we are afraid of the multitude; for all hold that John was a prophet.” So they answered Jesus\, “We do not know.” And he said to them\, “Neither will I tell you by what authority I do these things. What do you think? A man had two sons; and he went to the first and said\, ‘Son\, go and work in the vineyard today.’ And he answered\, ‘I will not’; but afterward he repented and went. And he went to the second and said the same; and he answered\, ‘I go\, sir\,’ but did not go. Which of the two did the will of his father?” They said\, “The first.” Jesus said to them\, “Truly\, I say to you\, the tax collectors and the harlots go into the kingdom of God before you. For John came to you in the way of righteousness\, and you did not believe him\, but the tax collectors and the harlots believed him; and even when you saw it\, you did not afterward repent and believe him.\n“Hear another parable. There was a householder who planted a vineyard and set a hedge around it\, and dug a wine press in it\, and built a tower\, and let it out to tenants\, and went into another country. When the season of fruit drew near\, he sent his servants to the tenants\, to get his fruit; and the tenants took his servants and beat one\, killed another\, and stoned another. Again he sent other servants\, more than the first; and they did the same to them. Afterward he sent his son to them\, saying\, ‘They will respect my son.’ But when the tenants saw the son\, they said to themselves\, ‘This is the heir; come\, let us kill him and have his inheritance.’ And they took him and cast him out of the vineyard\, and killed him. When therefore the owner of the vineyard comes\, what will he do to those tenants?” They said to him\, “He will put those wretches to a miserable death\, and let out the vineyard to other tenants who will give him the fruits in their seasons.” Jesus said to them\, “Have you never read in the scriptures: ‘The very stone which the builders rejected has become the head of the corner; this was the Lord’s doing\, and it is marvelous in our eyes’? Therefore I tell you\, the kingdom of God will be taken away from you and given to a nation producing the fruits of it.”\nGospel Reading: Matthew 24:3-35\nAt that time\, as Jesus sat on the Mount of Olives\, the disciples came to him privately\, saying\, “Tell us\, when will this be\, and what will be the sign of your coming and of the close of the age?” And Jesus answered them\, “Take heed that no one leads you astray. For many will come in my name\, saying\, ‘I am the Christ\,’ and they will lead many astray. And you will hear of wars and rumors of wars; see that you are not alarmed; for this must take place\, but the end is not yet. For nation will rise against nation\, and kingdom against kingdom\, and there will be famines and earthquakes in various places: all this is but the beginning of the sufferings.\n Then they will deliver you up to tribulation\, and put you to death; and you will be hated by all nations for my name’s sake. And then many will fall away\, and betray one another\, and hate one another. And many false prophets will arise and lead many astray. And because wickedness is multiplied\, most men’s love will grow cold. But he who endures to the end will be saved. And this gospel of the kingdom will be preached throughout the whole world\, as a testimony to all nations; and then the end will come.\n So when you see the desolating sacrilege spoken of by the prophet Daniel\, standing in the holy place (let the reader understand)\, then let those who are in Judea flee to the mountains; let him who is on the housetop not go down to take what is in his house; and let him who is in the field not turn back to take his mantle. And alas for those who are with child and for those who give suck in those days! Pray that your flight may not be in winter or on a sabbath. For then there will be great tribulation\, such as has not been from the beginning of the world until now\, no\, and never will be. And if those days had not been shortened\, no human being would be saved; but for the sake of the elect those days will be shortened. Then if anyone says to you\, ‘Lo\, here is the Christ!’ or ‘There he is!’ do not believe it. For false Christs and false prophets will arise and show great signs and wonders\, so as to lead astray\, if possible\, even the elect. Lo\, I have told you beforehand. So\, if they say to you\, ‘Lo\, he is in the wilderness\,’ do not go out; if they say\, ‘Lo\, he is in the inner rooms\,’ do not believe it. For as the lightning comes from the east and shines as far as the west\, so will be the coming of the Son of man. Wherever the body is\, there the eagles will be gathered together. Immediately after the tribulation of those days the sun will be darkened\, and the moon will not give its light\, and the stars will fall from heaven\, and the powers of the heavens will be shaken; then will appear the sign of the Son of man in heaven\, and then all the tribes of the earth will mourn\, and they will see the Son of man coming on the clouds of heaven with power and great glory; and he will send out his angels with a loud trumpet call\, and they will gather his elect from the four winds\, from one end of heaven to the other.\n From the fig tree learn its lesson: as soon as its branch becomes tender and puts forth its leaves\, you know that summer is near. So also\, when you see all these things\, you know that he is near\, at the very gates. Truly\, I say to you\, this generation will not pass away till all these things take place. Heaven and earth will pass away\, but my words will not pass away.”
URL:https://2033.ad/event/holy-monday/
END:VEVENT
BEGIN:VEVENT
DTSTART;TZID=America/New_York:20250413T190000
DTEND;TZID=America/New_York:20250413T200000
DTSTAMP:20260425T211534
CREATED:20250309T165736Z
LAST-MODIFIED:20250309T165736Z
UID:26457-1744570800-1744574400@2033.ad
SUMMARY:Nymphios Service
DESCRIPTION:
URL:https://2033.ad/event/nymphios-service/
END:VEVENT
BEGIN:VEVENT
DTSTART;TZID=America/New_York:20250413T170000
DTEND;TZID=America/New_York:20250413T190000
DTSTAMP:20260425T211534
CREATED:20250309T165736Z
LAST-MODIFIED:20250309T165736Z
UID:26455-1744563600-1744570800@2033.ad
SUMMARY:Senior Hellas Dancers
DESCRIPTION:
URL:https://2033.ad/event/senior-hellas-dancers-6/
LOCATION:Hall
END:VEVENT
BEGIN:VEVENT
DTSTART;TZID=America/New_York:20250413T120000
DTEND;TZID=America/New_York:20250413T130000
DTSTAMP:20260425T211534
CREATED:20250309T165735Z
LAST-MODIFIED:20250309T165735Z
UID:26453-1744545600-1744549200@2033.ad
SUMMARY:Palm Sunday Luncheon
DESCRIPTION:
URL:https://2033.ad/event/palm-sunday-luncheon/
END:VEVENT
BEGIN:VEVENT
DTSTART;TZID=America/New_York:20250413T084500
DTEND;TZID=America/New_York:20250413T120000
DTSTAMP:20260425T211534
CREATED:20250309T165736Z
LAST-MODIFIED:20250309T165736Z
UID:26454-1744533900-1744545600@2033.ad
SUMMARY:Sunday Orthros @ Divine Liturgy Palm Sunday
DESCRIPTION:Join with Google Meet: https://meet.google.com/gbo-sdat-mgx\nLearn more about Meet at: https://support.google.com/a/users/answer/9282720
URL:https://2033.ad/event/sunday-orthros-divine-liturgy-palm-sunday/
END:VEVENT
BEGIN:VEVENT
DTSTART;VALUE=DATE:20250413
DTEND;VALUE=DATE:20250414
DTSTAMP:20260425T211534
CREATED:20250309T165736Z
LAST-MODIFIED:20250309T165736Z
UID:26456-1744502400-1744588799@2033.ad
SUMMARY:Palm Sunday
DESCRIPTION:
URL:https://2033.ad/event/palm-sunday-3/
END:VEVENT
BEGIN:VEVENT
DTSTART;VALUE=DATE:20250413
DTEND;VALUE=DATE:20250414
DTSTAMP:20260425T211534
CREATED:20250309T164736Z
LAST-MODIFIED:20250309T164736Z
UID:26175-1744502400-1744588799@2033.ad
SUMMARY:Κυριακή των Βαῒων
DESCRIPTION:Άγιοι\, εορταί\, και Αναγνώσεις – Κυριακή\, 13 Απριλίου 2025\nΆγιοι και εορταί: Κυριακή των Βαῒων; Μαρτίνου\, Πάπα Ρώμης\, του Ομολογητού; Θεοδόσιος ο Μάρτυρας; Ζωΐλος ο Μάρτυρας\nΗμέρα Νηστείας (Κατάλυσις ιχθύος\, ελαίου και οίνου)\nΑνάγνωσις Ευαγγελίου Όρθρου: Κατά Ματθαίον 21:1-11\, 15-17\nΤω καιρώ εκείνω\, ότε ήγγισαν εις ῾Ιεροσόλυμα και ήλθον εις Βηθσφαγή πρός το όρος των ελαιών\, τότε ο ᾿Ιησούς απέστειλε δύο μαθητάςλέγων αυτοίς· πορεύθητε εις την κώμην την απέναντι υμών\, και ευθέως ευρήσετε όνον δεδεμένην και πώλον μετ᾿ αυτής· λύσαντες αγάγετέ μοι. και εάν τις υμίν είπη τι\, ερείτε ότι ο Κύριος αυτών χρείαν έχει· ευθέως δε αποστέλλει αυτούς. τούτο δε όλον γέγονεν ίνα πληρωθή το ρηθέν διά του προφήτου λέγοντος· είπατε τη θυγατρί Σιών\, ιδού ο βασιλεύς σου έρχεταί σοιπραῢς και επιβεβηκώς επί όνονκαί πώλον υιόν υποζυγίου. πορευθέντες δε οι μαθηταί και ποιήσαντες καθώς προσέταξεν αυτοίς ο ᾿Ιησούς\, ήγαγον την όνον και τον πώλον\, και επέθηκαν επάνω αυτών τα ιμάτια αυτών\, και επεκάθισεν επάνω αυτών. ο δε πλείστος όχλος έστρωσαν εαυτών τα ιμάτια εν τη οδώ\, άλλοι δε έκοπτον κλάδους από των δένδρων και εστρώννυον εν τη οδώ. οι δε όχλοι οι προάγοντες και οι ακολουθούντες έκραζον λέγοντες· ωσαννά τω υιώ Δαυΐδ· ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου· ωσαννά εν τοις υψίστοις. και εισελθόντος αυτού εις ῾Ιεροσόλυμα εσείσθη πάσα η πόλις λέγουσα· τίς εστιν ούτος; οι δε όχλοι έλεγον· ούτός έστιν ᾿Ιησούς ο προφήτης ο από Ναζαρέτ της Γαλιλαίας. ιδόντες δε οι αρχιερείς και οι γραμματείς τα θαυμάσια ά εποίησε και τους παίδας κράζοντας εν τω ιερώ και λέγοντας\, ωσαννά τω υιώ Δαυΐδ\, ηγανάκτησανκαί είπον αυτώ· ακούεις τί ούτοι λέγουσιν; ο δε ᾿Ιησούς λέγει αυτοίς· ναί· ουδέποτε ανέγνωτε ότι εκ στόματος νηπίων και θηλαζόντων κατηρτίσω αίνον; και καταλιπών αυτούς εξήλθεν έξω της πόλεως εις Βηθανίαν και ηυλίσθη εκεί.\nΑνάγνωσις Επιστολής: Φιλιπ. 4:4-9\nΑδελφοί\, χαίρετε εν κυρίω πάντοτε· πάλιν ερώ\, χαίρετε. Το επιεικές υμών γνωσθήτω πάσιν ανθρώποις. Ο κύριος εγγύς. Μηδέν μεριμνάτε\, αλλʼ εν παντί τη προσευχή και τη δεήσει μετά ευχαριστίας τα αιτήματα υμών γνωριζέσθω πρός τον θεόν. Και η ειρήνη του θεού η υπερέχουσα πάντα νούν\, φρουρήσει τάς καρδίας υμών και τα νοήματα υμών εν Χριστώ Ιησού. Το λοιπόν\, αδελφοί\, όσα εστίν αληθή\, όσα σεμνά\, όσα δίκαια\, όσα αγνά\, όσα προσφιλή\, όσα εύφημα\, ει τις αρετή και ει τις έπαινος\, ταύτα λογίζεσθε. Ά και εμάθετε και παρελάβετε και ηκούσατε και είδετε εν εμοί\, ταύτα πράσσετε· και ο θεός της ειρήνης έσται μεθʼ υμών.\nΑνάγνωσις Ευαγγελίου: Κατά Ιωάννην 12:1-18\nΠρό έξ ημερών του πάσχα ήλθεν Ο ᾿Ιησούς εις Βηθανίαν\, όπου ήν Λάζαρος ο τεθνηκώς\, όν ήγειρεν εκ νεκρών. εποίησαν ούν αυτώ δείπνον εκεί\, και η Μάρθα διηκόνει· ο δε Λάζαρος εις ήν των ανακειμένων σύν αυτώ. η ούν Μαρία\, λαβούσα λίτραν μύρου νάρδου πιστικής πολυτίμου\, ήλειψε τους πόδας του ᾿Ιησού και εξέμαξε ταις θριξίν αυτής τους πόδας αυτού· η δε οικία επληρώθη εκ της οσμής του μύρου. λέγει ούν εις εκ των μαθητών αυτού\, ᾿Ιούδας Σίμωνος ᾿Ισκαριώτης\, ο μέλλων αυτόν παραδιδόναι· διατί τούτο το μύρον ουκ επράθη τριακοσίων δηναρίων και εδόθη πτωχοίς; είπε δε τούτο ουχ ότι περί των πτωχών έμελεν αυτώ\, αλλ᾽ ότι κλέπτης ήν\, και το γλωσσόκομον είχε και τα βαλλόμενα εβάσταζεν. είπεν ούν ο ᾿Ιησούς· άφες αυτήν\, εις την ημέραν του ενταφιασμού μου τετήρηκεν αυτό. τούς πτωχούς γαρ πάντοτε έχετε μεθ᾽ εαυτών\, εμέ δε ου πάντοτε έχετε.\n῎Εγνω ούν όχλος πολύς εκ των ᾿Ιουδαίων ότι εκεί εστι\, και ήλθον ου διά τον ᾿Ιησούν μόνον\, αλλ᾽ ίνα και τον Λάζαρον ίδωσιν όν ήγειρεν εκ νεκρών. εβουλεύσαντο δε οι αρχιερείς ίνα και τον Λάζαρον αποκτείνωσιν\, ότι πολλοί δι᾽ αυτόν υπήγον των ᾿Ιουδαίων και επίστευον εις τον ᾿Ιησούν.\nΤη επαύριον όχλος πολύς ο ελθών εις την εορτήν\, ακούσαντες ότι έρχεται ᾿Ιησούς εις ῾Ιεροσόλυμα\, έλαβον τα βαΐα των φοινίκων και εξήλθον εις υπάντησιν αυτώ\, και έκραζον· ωσαννά\, ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου\, ο βασιλεύς του ᾿Ισραήλ. ευρών δε ο ᾿Ιησούς ονάριον εκάθισεν επ᾽ αυτό\, καθώς εστι γεγραμμένον· μή φοβού\, θύγατερ Σιών· ιδού ο βασιλεύς σου έρχεται καθήμενος επί πώλον όνου.\nΤαύτα δε ουκ έγνωσαν οι μαθηταί αυτού το πρώτον\, αλλ᾽ ότε εδοξάσθη ο ᾿Ιησούς\, τότε εμνήσθησαν ότι ταύτα ήν επ᾽ αυτώ γεγραμμένα\, και ταύτα εποίησαν αυτώ. ᾿Εμαρτύρει ούν ο όχλος ο ών μετ᾽ αυτού ότε τον Λάζαρον εφώνησεν εκ του μνημείου και ήγειρεν αυτόν εκ νεκρών. διά τούτο και υπήντησεν αυτώ ο όχλος\, ότι ήκουσαν τούτο αυτόν πεποιηκέναι το σημείον.
URL:https://2033.ad/event/%ce%ba%cf%85%cf%81%ce%b9%ce%b1%ce%ba%ce%ae-%cf%84%cf%89%ce%bd-%ce%b2%ce%b1%e1%bf%92%cf%89%ce%bd/
END:VEVENT
BEGIN:VEVENT
DTSTART;VALUE=DATE:20250413
DTEND;VALUE=DATE:20250414
DTSTAMP:20260425T211534
CREATED:20250309T164631Z
LAST-MODIFIED:20250309T164631Z
UID:25967-1744502400-1744588799@2033.ad
SUMMARY:Palm Sunday
DESCRIPTION:Saints\, Feasts\, and Readings for 04/13/2025\nSaints and Feasts: Palm Sunday; Martin the Confessor\, Pope of Rome; Theodosios the Martyr; Zoilos the Martyr\nFast Day (Fish Allowed)\nMatins Gospel Reading: Matthew 21:1-11; 15-17\nAt that time\, when Jesus drew near to  Jerusalem and came to Bethphage\, to the Mount of Olives\, he sent two disciples\, saying to them\, “Go into the village opposite you\, and immediately you will find a donkey tied\, and a colt with her; untie them and bring them to me. If any one says anything to you\, you shall say\, ‘The Lord has need of them\,’ and he will send them immediately.” This took place to fulfill what was spoken by the prophet\, saying\,\n“Tell the daughter of Zion\,\nBehold\, your king is coming to you\,\nhumble and mounted on a donkey\,\nand on a colt\, the foal of a donkey.”\nThe disciples went and did as Jesus had directed them; they brought the donkey and the colt\, and put their garments on them\, and he sat thereon. Most of the crowd spread their garments on the road\, and others cut branches from the trees and spread them on the road. And the crowds that went before him and that followed him shouted\, “Hosanna to the Son of David! Blessed is he who comes in the name of the Lord! Hosanna in the highest!” And when he entered Jerusalem\, all the city was stirred\, saying\, “Who is this?” And the crowds said\, “This is the prophet Jesus from Nazareth of Galilee.” But when the chief priests and scribes saw the wonderful things that he did\, and the children crying out in the temple\, “Hosanna to the Son of David!” they were indignant; and they said to him\, “Do you hear what they are saying?” And Jesus said to them\, “Yes; have you never read\,\n‘Out of the mouths of babes and sucklings\,\nyou have brought perfect praise’?”\nAnd leaving them\, he went out of the city to Bethany and lodged there.\nEpistle Reading: Philippians 4:4-9\nBRETHREN\, rejoice in the Lord always; again I will say\, Rejoice. Let all men know your forbearance. The Lord is at hand. Have no anxiety about anything\, but in everything by prayer and supplication with thanksgiving let your requests be made known to God. And the peace of God\, which passes all understanding\, will keep your hearts and your minds in Christ Jesus. Finally\, brethren\, whatever is true\, whatever is honorable\, whatever is just\, whatever is pure\, whatever is lovely\, whatever is gracious\, if there is any excellence\, if there is anything worthy of praise\, think about these things. What you have learned and received and heard and seen in me\, do; and the God of peace will be with you.\nGospel Reading: John 12:1-18\nSix days before Passover\, Jesus came to Bethany\, where Lazaros was\, whom Jesus had raised from the dead. There they made him a supper; Martha served\, and Lazaros was one of those at table with him. Mary took a pound of costly ointment of pure nard and anointed the feet of Jesus and wiped his feet with her hair; and the house was filled with the fragrance of the ointment. But Judas Iscariot\, one of his disciples (he who was to betray him)\, said “Why was this ointment not sold for three hundred denarii and given to the poor?” This he said\, not that he cared for the poor but because he was a thief\, and as he had the money box he used to take what was put into it. Jesus said\, “Let her alone\, let her keep it for the day of my burial. The poor you always have with you\, but you do not always have me.”\n When the great crowd of the Jews learned that he was there\, they came\, not only on account of Jesus but also to see Lazaros\, whom he had raised from the dead. So the chief priests planned to put Lazaros also to death\, because on account of him many of the Jews were going away and believing in Jesus.\n The next day a great crowd who had come to the feast heard that Jesus was coming to Jerusalem. So they took branches of palm trees and went out to meet him\, crying\, “Hosanna! Blessed is he who comes in the name of the Lord\, even the King of Israel!” And Jesus found a young donkey and sat upon it; as it is written\, “Fear not\, daughter of Zion; behold\, your king is coming\, sitting on a donkey’s colt!” His disciples did not understand this at first; but when Jesus was glorified\, then they remembered that this had been written of him and had been done to him. The crowd that had been with him when he called Lazaros out of the tomb and raised him from the dead bore witness. The reason why the crowd went to meet him was that they heard he had done this sign.
URL:https://2033.ad/event/palm-sunday-2/
END:VEVENT
BEGIN:VEVENT
DTSTART;TZID=America/New_York:20250412T110000
DTEND;TZID=America/New_York:20250412T140000
DTSTAMP:20260425T211534
CREATED:20250309T165735Z
LAST-MODIFIED:20250309T165735Z
UID:26451-1744455600-1744466400@2033.ad
SUMMARY:SATURDAY OF LAZARUS GYM Breakfast and Palm making
DESCRIPTION:
URL:https://2033.ad/event/saturday-of-lazarus-gym-breakfast-and-palm-making/
END:VEVENT
BEGIN:VEVENT
DTSTART;TZID=UTC:20250412T100000
DTEND;TZID=UTC:20250412T130000
DTSTAMP:20260425T211534
CREATED:20241107T035824Z
LAST-MODIFIED:20250123T032928Z
UID:24862-1744452000-1744462800@2033.ad
SUMMARY:SATURDAY OF LAZARUS Breakfast and Palm making
DESCRIPTION:
URL:https://2033.ad/event/saturday-of-lazarus-breakfast-and-palm-making/
END:VEVENT
BEGIN:VEVENT
DTSTART;TZID=America/New_York:20250412T090000
DTEND;TZID=America/New_York:20250412T100000
DTSTAMP:20260425T211534
CREATED:20250309T165735Z
LAST-MODIFIED:20250309T165735Z
UID:26450-1744448400-1744452000@2033.ad
SUMMARY:Saturday of Lazarus Orthros & Divine Liturgy
DESCRIPTION:Join with Google Meet: https://meet.google.com/zfm-wcbu-txb\nLearn more about Meet at: https://support.google.com/a/users/answer/9282720
URL:https://2033.ad/event/saturday-of-lazarus-orthros-divine-liturgy/
END:VEVENT
BEGIN:VEVENT
DTSTART;TZID=UTC:20250412T000000
DTEND;TZID=UTC:20250413T000000
DTSTAMP:20260425T211534
CREATED:20241107T035338Z
LAST-MODIFIED:20241107T035338Z
UID:24764-1744416000-1744502400@2033.ad
SUMMARY:Holy Week Activities begins
DESCRIPTION:
URL:https://2033.ad/event/holy-week-activities-begins/
END:VEVENT
BEGIN:VEVENT
DTSTART;VALUE=DATE:20250412
DTEND;VALUE=DATE:20250413
DTSTAMP:20260425T211534
CREATED:20250309T164736Z
LAST-MODIFIED:20250309T164736Z
UID:26172-1744416000-1744502399@2033.ad
SUMMARY:Σάββατον του Λαζάρου
DESCRIPTION:Άγιοι\, εορταί\, και Αναγνώσεις – Σάββατο\, 12 Απριλίου 2025\nΆγιοι και εορταί: Σάββατον του Λαζάρου; Βασίλειος Ομολογητής; Σέργιος Β\, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως; Ανθούσα\, θυγάτηρ Κωνσταντίνου ; Ακακίου του Καυσοκαλυβίτου\nΗμέρα Νηστείας (Κατάλυσις οίνου και ελαίου)\nΑνάγνωσις Επιστολής: Εβρ. 12:28-29\, 13:1-8\nΑδελφοί\, βασιλείαν ασάλευτον παραλαμβάνοντες\, έχωμεν χάριν\, διʼ ής λατρεύομεν ευαρέστως τω θεώ μετά αιδούς και ευλαβείας· και γαρ ο θεός ημών πύρ καταναλίσκον. Η φιλαδελφία μενέτω. Της φιλοξενίας μή επιλανθάνεσθε· διά ταύτης γαρ έλαθόν τινες ξενίσαντες αγγέλους. Μιμνήσκεσθε των δεσμίων\, ως συνδεδεμένοι· των κακουχουμένων\, ως και αυτοί όντες εν σώματι. Τίμιος ο γάμος εν πάσιν\, και η κοίτη αμίαντος· πόρνους δε και μοιχούς κρινεί ο θεός. Αφιλάργυρος ο τρόπος\, αρκούμενοι τοις παρούσιν· αυτός γαρ είρηκεν\, Ου μή σε ανώ\, ουδʼ ου μή σε εγκαταλείπω. Ώστε θαρρούντας ημάς λέγειν\, Κύριος εμοί βοηθός\, και ου φοβηθήσομαι τί ποιήσει μοι άνθρωπος. Μνημονεύετε των ηγουμένων υμών\, οίτινες ελάλησαν υμίν τον λόγον του θεού· ών αναθεωρούντες την έκβασιν της αναστροφής\, μιμείσθε την πίστιν. Ιησούς Χριστός χθές και σήμερον ο αυτός\, και εις τους αιώνας.\nΑνάγνωσις Ευαγγελίου: Κατά Ιωάννην 11:1-45\nΤω καιρώ εκείνω\, ήν δέ τις ασθενών Λάζαρος από Βηθανίας\, εκ της κώμης Μαρίας και Μάρθας της αδελφής αυτής. ήν δε Μαρία η αλείψασα τον Κύριον μύρω και εκμάξασα τους πόδας αυτού ταις θριξίν αυτής\, ής ο αδελφός Λάζαρος ησθένει. απέστειλαν ούν αι αδελφαί πρός αυτόν λέγουσαι· Κύριε\, ίδε όν φιλείς ασθενεί. ακούσας δε ο ᾿Ιησούς είπεν· αύτη η ασθένεια ουκ έστι πρός θάνατον\, αλλ᾽ υπέρ της δόξης του Θεού\, ίνα δοξασθή ο υιός του Θεού δι᾽ αυτής. ηγάπα δε ο ᾿Ιησούς την Μάρθαν και την αδελφήν αυτής και τον Λάζαρον. ως ούν ήκουσεν ότι ασθενεί\, τότε μέν έμεινεν εν ώ ήν τόπω δύο ημέρας· έπειτα μετά τούτο λέγει τοις μαθηταίς· άγωμεν εις την ᾿Ιουδαίαν πάλιν. λέγουσιν αυτώ οι μαθηταί· ραββί\, νύν εζήτουν σε λιθάσαι οι ᾿Ιουδαίοι\, και πάλιν υπάγεις εκεί; απεκρίθη ᾿Ιησούς· ουχί δώδεκά εισιν ώραι της ημέρας; εάν τις περιπατή εν τη ημέρα\, ου προσκόπτει\, ότι το φώς του κόσμου τούτου βλέπει· εάν δέ τις περιπατή εν τη νυκτί\, προσκόπτει\, ότι το φώς ουκ έστιν εν αυτώ. ταύτα είπε\, και μετά τούτο λέγει αυτοίς· Λάζαρος ο φίλος ημών κεκοίμηται· αλλά πορεύομαι ίνα εξυπνίσω αυτόν. είπον ούν οι μαθηταί αυτού· Κύριε\, ει κεκοίμηται\, σωθήσεται. ειρήκει δε ο ᾿Ιησούς περί του θανάτου αυτού· εκείνοι δε έδοξαν ότι περί της κοιμήσεως του ύπνου λέγει. τότε ούν είπεν αυτοίς ο ᾿Ιησούς παρρησία· Λάζαρος απέθανε\, καί χαίρω δι᾽ υμάς\, ίνα πιστεύσητε\, ότι ουκ ήμην εκεί· αλλ᾽ άγωμεν πρός αυτόν. είπεν ούν Θωμάς ο λεγόμενος Δίδυμος τοις συμμαθηταίς· άγωμεν και ημείς ίνα αποθάνωμεν μετ᾽ αυτού.\n᾿Ελθών ούν ο ᾿Ιησούς εύρεν αυτόν τέσσαρας ημέρας ήδη έχοντα εν τω μνημείω. ήν δε η Βηθανία εγγύς των ῾Ιεροσολύμων ως από σταδίων δεκαπέντε\, καί πολλοί εκ των ᾿Ιουδαίων εληλύθεισαν πρός τάς περί Μάρθαν και Μαρίαν ίνα παραμυθήσωνται αυτάς περί του αδελφού αυτών. η ούν Μάρθα ως ήκουσεν ότι ο ᾿Ιησούς έρχεται\, υπήντησεν αυτώ· Μαρία δε εν τω οίκω εκαθέζετο. είπεν ούν η Μάρθα πρός τον ᾿Ιησούν· Κύριε\, ει ής ώδε\, ο αδελφός μου ουκ άν ετεθνήκει. αλλά και νύν οίδα ότι όσα άν αιτήση τον Θεόν\, δώσει σοι ο Θεός. λέγει αυτή ο ᾿Ιησούς· αναστήσεται ο αδελφός σου. λέγει αυτώ Μάρθα· οίδα ότι αναστήσεται εν τη αναστάσει εν τη εσχάτη ημέρα. είπεν αυτή ο ᾿Ιησούς· εγώ ειμι η ανάστασις και η ζωή. ο πιστεύων εις εμέ\, κάν αποθάνη\, ζήσεται· και πάς ο ζών και πιστεύων εις εμέ ου μή αποθάνη εις τον αιώνα. πιστεύεις τούτο; λέγει αυτώ· ναί\, Κύριε\, εγώ πεπίστευκα ότι σύ ει ο Χριστός ο υιός του Θεού ο εις τον κόσμον ερχόμενος. καί ταύτα ειπούσα απήλθε και εφώνησε Μαρίαν την αδελφήν αυτής λάθρα ειπούσα· ο διδάσκαλος πάρεστι και φωνεί σε. εκείνη ως ήκουσεν\, εγείρεται ταχύ και έρχεται πρός αυτόν. ούπω δε εληλύθει ο ᾿Ιησούς εις την κώμην\, αλλ᾽ ήν εν τω τόπω όπου υπήντησεν αυτώ η Μάρθα. οι ούν ᾿Ιουδαίοι οι όντες μετ᾽ αυτής εν τη οικία και παραμυθούμενοι αυτήν\, ιδόντες την Μαρίαν ότι ταχέως ανέστη και εξήλθεν\, ηκολούθησαν αυτή\, λέγοντες ότι υπάγει εις το μνημείον ίνα κλαύση εκεί. η ούν Μαρία ως ήλθεν όπου ήν ο ᾿Ιησούς\, ιδούσα αυτόν έπεσεν αυτού εις τους πόδας λέγουσα αυτώ· Κύριε\, ει ής ώδε\, ουκ άν απέθανέ μου ο αδελφός. ᾿Ιησούς ούν ως είδεν αυτήν κλαίουσαν και τους συνελθόντας αυτή ᾿Ιουδαίους κλαίοντας\, ενεβριμήσατο τω πνεύματι και ετάραξεν εαυτόν\, καί είπε· πού τεθείκατε αυτόν; λέγουσιν αυτώ· Κύριε\, έρχου και ίδε. εδάκρυσεν ο ᾿Ιησούς. έλεγον ούν οι ᾿Ιουδαίοι· ίδε πώς εφίλει αυτόν· τινές δε εξ αυτών είπον· ουκ ηδύνατο ούτος\, ο ανοίξας τους οφθαλμούς του τυφλού\, ποιήσαι ίνα και ούτος μή αποθάνη; ᾿Ιησούς ούν\, πάλιν εμβριμώμενος εν εαυτώ\, έρχεται εις το μνημείον· ήν δε σπήλαιον\, και λίθος επέκειτο επ᾽ αυτώ. λέγει ο ᾿Ιησούς· άρατε τον λίθον. λέγει αυτώ η αδελφή του τεθνηκότος Μάρθα· Κύριε\, ήδη όζει· τεταρταίος γάρ εστι. λέγει αυτή ο ᾿Ιησούς· ουκ είπόν σοι ότι εάν πιστεύσης\, όψει την δόξαν του Θεού; ήραν ούν τον λίθον ού ήν ο τεθνηκώς κείμενος. ο δε ᾿Ιησούς ήρε τους οφθαλμούς άνω και είπε· πάτερ\, ευχαριστώ σοι ότι ήκουσάς μου. εγώ δε ᾔδειν ότι πάντοτέ μου ακούεις· αλλά διά τον όχλον τον περιεστώτα είπον\, ίνα πιστεύσωσιν ότι σύ με απέστειλας. καί ταύτα ειπών φωνή μεγάλη εκραύγασε· Λάζαρε\, δεύρο έξω. καί εξήλθεν ο τεθνηκώς δεδεμένος τους πόδας και τάς χείρας κειρίαις\, και η όψις αυτού σουδαρίω περιεδέδετο. λέγει αυτοίς ο ᾿Ιησούς· λύσατε αυτόν και άφετε υπάγειν. Πολλοί ούν εκ των ᾿Ιουδαίων\, οι ελθόντες πρός την Μαρίαν και θεασάμενοι ά εποίησεν ο ᾿Ιησούς\, επίστευσαν εις αυτόν.
URL:https://2033.ad/event/%cf%83%ce%ac%ce%b2%ce%b2%ce%b1%cf%84%ce%bf%ce%bd-%cf%84%ce%bf%cf%85-%ce%bb%ce%b1%ce%b6%ce%ac%cf%81%ce%bf%cf%85/
END:VEVENT
BEGIN:VEVENT
DTSTART;VALUE=DATE:20250412
DTEND;VALUE=DATE:20250413
DTSTAMP:20260425T211534
CREATED:20250309T164630Z
LAST-MODIFIED:20250309T164630Z
UID:25964-1744416000-1744502399@2033.ad
SUMMARY:Lazarus Saturday
DESCRIPTION:Saints\, Feasts\, and Readings for 04/12/2025\nSaints and Feasts: Lazarus Saturday; Basil the Confessor\, Bishop of Parium; Sergius II\, Patriarch of Constantinople; Anthousa the Righteous of Constantinople; Akakios of Kavsokalyvia\nFast Day (Wine and Oil Allowed)\nEpistle Reading: Hebrews 12:28-29;13:1-8\nBRETHREN\, let us be grateful for receiving a kingdom that cannot be shaken\, and thus let us offer to God acceptable worship\, with reverence and awe; for our God is a consuming fire. Let brotherly love continue. Do not neglect to show hospitality to strangers\, for thereby some have entertained angels unawares. Remember those who are in prison\, as though in prison with them; and those who are ill-treated\, since you also are in the body. Let marriage be held in honor among all\, and let the marriage bed be undefiled; for God will judge the immoral and adulterous. Keep your life free from love of money\, and be content with what you have; for he has said\, “I will never fail you nor forsake you.” Hence we can confidently say\, “The Lord is my helper\, I will not be afraid; what can man do to me?” Remember your leaders\, those who spoke to you the word of God; consider the outcome of their life\, and imitate their faith. Jesus Christ is the same yesterday and today and for ever.\nGospel Reading: John 11:1-45\nAt that time\, a certain man was ill\, Lazaros of Bethany\, from the village of Mary and her sister Martha. It was Mary who anointed the Lord with ointment and wiped his feet with her hair\, whose brother Lazaros was ill. So the sisters sent to him\, saying\, “Lord\, he whom you love is ill.” But when Jesus heard it he said\, “This illness is not unto death; it is for the glory of God\, so that the Son of God may be glorified by means of it.”\n Now Jesus loved Martha and her sister and Lazaros. So when he heard that he was ill\, he stayed two days longer in the place where he was. Then after this he said to the disciples\, “Let us go into Judea again.” The disciples said to him\, “Rabbi\, the Jews were but now seeking to stone you\, and are you going there again?” Jesus answered\, “Are there not twelve hours in the day? If any one walks in the day\, he does not stumble\, because he sees the light of this world. But if any one walks in the night\, he stumbles\, because the light is not in him.” Thus he spoke\, and then he said to them\, “Our friend Lazaros has fallen asleep\, but I go to awake him out of sleep.” The disciples said to him\, “Lord\, if he has fallen asleep\, he will recover.” Now Jesus had spoken of his death\, but they thought that he meant taking rest in sleep. Then Jesus told them plainly\, “Lazaros is dead; and for your sake I am glad that I was not there\, so that you may believe. But let us go to him.” Thomas\, called the Twin\, said to his fellow disciples\, “Let us also go\, that we may die with him.”\n Now when Jesus came\, he found that Lazaros had already been in the tomb four days. Bethany was near Jerusalem\, about two miles off\, and many of the Jews had come to Martha and Mary to console them concerning their brother. When Martha heard that Jesus was coming\, she went and met him\, while Mary sat in the house. Martha said to Jesus\, “Lord\, if you had been here\, my brother would not have died. And even now I know that whatever you ask from God\, God will give you.” Jesus said to her\, “Your brother will rise again.” Martha said to him\, “I know that he will rise again in the resurrection at the last day.” Jesus said to her\, “I am the resurrection and the life; he who believes in me\, though he die\, yet shall he live\, and whoever lives and believes in me shall never die. Do you believe this?” She said to him\, “Yes\, Lord; I believe that you are the Christ\, the Son of God\, he who is coming into the world.”\n When she had said this\, she went and called her sister Mary\, saying quietly\, “The Teacher is here and is calling for you.” And when she heard it\, she rose quickly and went to him. Now Jesus had not yet come to the village\, but was still in the place where Martha had met him. When the Jews who were with her in the house\, consoling her\, saw Mary rise quickly and go out\, they followed her\, supposing that she was going to the tomb to weep there. Then Mary\, when she came where Jesus was and saw him\, fell at his feet\, saying to him\, “Lord\, if you had been here\, my brother would not have died.” When Jesus saw her weeping\, and the Jews who came with her also weeping\, he was deeply moved in spirit and troubled; and he said\, “Where have you laid him?” They said to him\, “Lord\, come and see.” Jesus wept. So the Jews said\, “See how he loved him!” But some of them said\, “Could not he who opened the eyes of the blind man have kept this man from dying?”\n Then Jesus\, deeply moved again\, came to the tomb; it was a cave\, and a stone lay upon it. Jesus said\, “Take away the stone.” Martha\, the sister of the dead man\, said to him\, “Lord\, by this time there will be an odor\, for he has been dead four days.” Jesus said to her\, “Did I not tell you that if you would believe you would see the glory of God?” So they took away the stone. And Jesus lifted up his eyes and said\, “Father\, I thank you that you have heard me. I knew that you have heard me always\, but I have said this on account of the people standing by\, that they may believe that you did send me.” When he had said this\, he cried with a loud voice\, “Lazaros\, come out.” The dead man came out\, his hands and feet bound with bandages\, and his face wrapped with a cloth. Jesus said to them\, “Unbind him\, and let him go.” Many of the Jews therefore\, who had come with Mary and had seen what he did\, believed in him.
URL:https://2033.ad/event/lazarus-saturday/
END:VEVENT
BEGIN:VEVENT
DTSTART;TZID=UTC:20250411T180000
DTEND;TZID=UTC:20250411T200000
DTSTAMP:20260425T211534
CREATED:20241107T035823Z
LAST-MODIFIED:20250123T032731Z
UID:24861-1744394400-1744401600@2033.ad
SUMMARY:AHEPA Fish Fry
DESCRIPTION:
URL:https://2033.ad/event/ahepa-fish-fry/
END:VEVENT
BEGIN:VEVENT
DTSTART;TZID=America/New_York:20250411T083000
DTEND;TZID=America/New_York:20250411T093000
DTSTAMP:20260425T211534
CREATED:20250309T165732Z
LAST-MODIFIED:20250309T165732Z
UID:26447-1744360200-1744363800@2033.ad
SUMMARY:Lazarakia
DESCRIPTION:
URL:https://2033.ad/event/lazarakia/
END:VEVENT
BEGIN:VEVENT
DTSTART;VALUE=DATE:20250411
DTEND;VALUE=DATE:20250412
DTSTAMP:20260425T211534
CREATED:20250309T164736Z
LAST-MODIFIED:20250309T164736Z
UID:26173-1744329600-1744415999@2033.ad
SUMMARY:Ιερομάρτυρος Αντίπα\, Επισκόπου Περγάμου
DESCRIPTION:Άγιοι\, εορταί\, και Αναγνώσεις – Παρασκευή\, 11 Απριλίου 2025\nΆγιοι και εορταί: Ιερομάρτυρος Αντίπα\, Επισκόπου Περγάμου; Όσιος Φαρμούθιος; Γκούθλακ\nΑυστηρή Νηστεία\nΑνάγνωσις Παλαιᾱς Διαθήκης: Ησαΐας 66:10-24\nΕυφράνθητι\, ῾Ιερουσαλήμ\, και πανηγυρίσατε εν αυτή\, πάντες οι αγαπώντες αυτήν\, χάρητε άμα αυτή χαρά\, πάντες όσοι πενθείτε επ᾿ αυτή\, ίνα θηλάσητε και εμπλησθήτε από μαστού παρακλήσεως αυτής\, ίνα εκθηλάσαντες τρυφήσητε από εισόδου δόξης αυτής. ότι τάδε λέγει Κύριος· ιδού εγώ εκκλίνω εις αυτούς ως ποταμός ειρήνης και ως χειμάρρους επικλύζων δόξαν εθνών· τα παιδία αυτών επ᾿ ώμων αρθήσονται και επί γονάτων παρακληθήσονται. ως ει τινα μήτηρ παρακαλέσει\, ούτως καγώ παρακαλέσω υμάς\, και εν ῾Ιερουσαλήμ παρακληθήσεσθε. και όψεσθε\, και χαρήσεται η καρδία υμών\, και τα οστά υμών ως βοτάνη ανατελεί· και γνωσθήσεται η χείρ Κυρίου τοις φοβουμένοις αυτόν\, και απειλήσει τοις απειθούσιν. ᾿Ιδού γαρ Κύριος ως πύρ ήξει και ως καταιγίς τα άρματα αυτού αποδούναι εν θυμώ εκδίκησιν αυτού και αποσκορακισμόν αυτού εν φλογί πυρός. εν γαρ τω πυρί Κυρίου κριθήσεται πάσα η γή και εν τη ρομφαία αυτού πάσα σάρξ· πολλοί τραυματίαι έσονται υπό Κυρίου. οι αγνιζόμενοι και καθαριζόμενοι εις τους κήπους και εν τοις προθύροις έσθοντες κρέας ύειον και τα βδελύγματα και τον μύν επί το αυτό αναλωθήσονται\, είπε Κύριος\, καγώ τα έργα αυτών και τον λογισμόν αυτών επίσταμαι. έρχομαι συναγαγείν πάντα τα έθνη και τάς γλώσσας\, και ήξουσι και όψονται την δόξαν μου. και καταλείψω επ᾿ αυτών σημεία και εξαποστελώ εξ αυτών σεσωσμένους εις τα έθνη\, εις Θαρσίς και Φούδ και Λούδ και Μοσόχ και εις Θοβέλ και εις την ῾Ελλάδα και εις τάς νήσους τάς πόρρω\, οί ουκ ακηκόασί μου το όνομα ουδέ εωράκασί μου την δόξαν\, και αναγγελούσι την δόξαν μου εν τοις έθνεσι. και άξουσιν τους αδελφούς υμών εκ πάντων των εθνών δώρον Κυρίω μεθ᾿ ίππων και αρμάτων εν λαμπήναις ημιόνων μετά σκιαδίων εις την αγίαν πόλιν ῾Ιερουσαλήμ\, είπε Κύριος\, ως άν ενέγκαισαν οι υιοί ᾿Ισραήλ τάς θυσίας αυτών εμοί μετά ψαλμών εις τον οίκον Κυρίου. και απ᾿ αυτών λήψομαι εμοί ιερείς και Λευίτας\, είπε Κύριος. όν τρόπον γαρ ο ουρανός καινός και η γή καινή\, ά εγώ ποιώ\, μένει ενώπιον εμού\, λέγει Κύριος\, ούτω στήσεται το σπέρμα υμών και το όνομα υμών. και έσται μήνα εκ μηνός και σάββατον εκ σαββάτου ήξει πάσα σάρξ του προσκυνήσαι ενώπιον εμού εν ῾Ιερουσαλήμ\, είπε Κύριος. και εξελεύσονται και όψονται τα κώλα των ανθρώπων των παραβεβηκότων εν εμοί· ο γαρ σκώληξ αυτών ου τελευτήσει\, και το πύρ αυτών ου σβεσθήσεται\, και έσονται εις όρασιν πάση σαρκί.\nΑνάγνωσις Παλαιᾱς Διαθήκης: Γένεσις 49:33-50:26\nΚαι κατέπαυσεν ᾿Ιακώβ επιτάσσων τοις υιοίς αυτού και εξάρας τους πόδας αυτού επί την κλίνην εξέλιπε και προσετέθη πρός τον λαόν αυτού.ΚΑΙ επιπεσών ᾿Ιωσήφ επί πρόσωπον του πατρός αυτού\, έκλαυσεν αυτόν και εφίλησεν αυτόν. και προσέταξεν ᾿Ιωσήφ τοις παισίν αυτού τοις ενταφιασταίς ενταφιάσαι τον πατέρα αυτού\, και ενεταφίασαν οι ενταφιασταί τον ᾿Ισραήλ. και επλήρωσαν αυτού τεσσαράκοντα ημέρας· ούτω γαρ καταριθμούνται αι ημέραι της ταφής. και επένθησεν αυτόν Αίγυπτος εβδομήκοντα ημέρας.\n᾿Επεί δε παρήλθον αι ημέραι του πένθους\, ελάλησεν ᾿Ιωσήφ πρός τους δυνάστας Φαραώ λέγων· ει εύρον χάριν εναντίον υμών λαλήσατε περί εμού εις τα ώτα Φαραώ λέγοντες· ο πατήρ μου ώρκισέ με λέγων· εν τω μνημείω ώ ώρυξα εμαυτώ εν γή Χαναάν\, εκεί με θάψεις· νύν ούν αναβάς θάψω τον πατέρα μου και επανελεύσομαι. και είπε Φαραώ τω ᾿Ιωσήφ· ανάβηθι\, θάψον τον πατέρα σου\, καθάπερ ώρκισέ σε. και ανέβη ᾿Ιωσήφ θάψαι τον πατέρα αυτού\, και συνανέβησαν μετ᾿ αυτού πάντες οι παίδες Φαραώ και οι πρεσβύτεροι του οίκου αυτού και πάντες οι πρεσβύτεροι της γής Αιγύπτου. και πάσα η πανοικία ᾿Ιωσήφ και οι αδελφοί αυτού και πάσα η οικία η πατρική αυτού\, και την συγγένειαν αυτού και τα πρόβατα και τους βόας υπελίποντο εν γή Γεσέμ. και συνανέβησαν μετ᾿ αυτού και άρματα και ιππείς\, και εγένετο η παρεμβολή μεγάλη σφόδρα. και παρεγένοντο εις άλωνα ᾿Ατάδ\, ό εστι πέραν του ᾿Ιορδάνου\, και εκόψαντο αυτόν κοπετόν μέγαν και ισχυρόν σφόδρα· και εποίησε το πένθος τω πατρί αυτού επτά ημέρας. και είδον οι κάτοικοι της γής Χαναάν το πένθος επί άλωνι ᾿Ατάδ και είπαν· πένθος μέγα τούτό εστι τοις Αιγυπτίοις· διά τούτο εκάλεσε το όνομα αυτού Πένθος Αιγύπτου\, ό εστι πέραν του ᾿Ιορδάνου. και εποίησαν αυτώ ούτως οι υιοί αυτού και ανέλαβον αυτόν οι υιοί αυτού εις γήν Χαναάν και έθαψαν αυτόν εις το σπήλαιον το διπλούν\, ό εκτήσατο ῾Αβραάμ το σπήλαιον εν κτήσει μνημείου παρά ᾿Εφρών του Χετταίου\, κατέναντι Μαμβρή. και υπέστρεψεν ᾿Ιωσήφ εις Αίγυπτον\, αυτός και οι αδελφοί αυτού και οι συναναβάντες θάψαι τον πατέρα αυτού. ᾿Ιδόντες δε οι αδελφοί ᾿Ιωσήφ ότι τέθνηκεν ο πατήρ αυτών\, είπαν· μή ποτε μνησικακήση ημίν ᾿Ιωσήφ και ανταπόδομα ανταποδώ ημίν πάντα τα κακά\, ά ενεδειξάμεθα εις αυτόν. και παραγενόμενοι πρός ᾿Ιωσήφ είπαν· ο πατήρ σου ώρκισε πρό του τελευτήσαι αυτόν λέγων· ούτως είπατε ᾿Ιωσήφ· άφες αυτοίς την αδικίαν καί την αμαρτίαν αυτών\, ότι πονηρά σοι ενεδείξαντο· και νύν δέξαι την αδικίαν των θεραπόντων του Θεού του πατρός σου. και έκλαυσεν ᾿Ιωσήφ λαλούντων αυτών πρός αυτόν. και ελθόντες πρός αυτόν είπαν· οίδε ημείς σοί ικέται. και είπεν αυτοίς ᾿Ιωσήφ· μή φοβείσθε\, του γαρ Θεού ειμι εγώ. υμείς εβουλεύσασθε κατ᾿ εμού εις πονηρά\, ο δε Θεός εβουλεύσατο περί εμού εις αγαθά\, όπως άν γενηθή ως σήμερον και τραφή λαός πολύς. και είπεν αυτοίς· μή φοβείσθε· εγώ διαθρέψω υμάς και τάς οικίας υμών. και παρεκάλεσεν αυτούς και ελάλησεν αυτών εις την καρδίαν.\n Και κατῴκησεν ᾿Ιωσήφ εν Αιγύπτω\, αυτός και οι αδελφοί αυτού και πάσα η πανοικία του πατρός αυτού. και έζησεν ᾿Ιωσήφ έτη εκατόν δέκα. και είδεν ᾿Ιωσήφ ᾿Εφραΐμ παιδία έως τρίτης γενεάς\, και οι υιοί Μαχείρ του υιού Μανασσή ετέχθησαν επί μηρών ᾿Ιωσήφ. και είπεν ᾿Ιωσήφ τοις αδελφοίς αυτού λέγων· εγώ αποθνήσκω· επισκοπή δε επισκέψεται ο Θεός υμάς και ανάξει υμάς εκ της γής ταύτης εις την γήν\, ήν ώμοσεν ο Θεός τοις πατράσιν ημών\, ῾Αβραάμ\, ᾿Ισαάκ και ᾿Ιακώβ. και ώρκισεν ᾿Ιωσήφ τους υιούς ᾿Ισραήλ λέγων· εν τη επισκοπή\, ή επισκέψηται ο Θεός υμάς\, και συνανοίσετε τα οστά μου εντεύθεν μεθ᾿ υμών. και ετελεύτησεν ᾿Ιωσήφ ετών εκατόν δέκα· και έθαψαν αυτόν και έθηκαν εν τη σορώ εν Αιγύπτω.\nΑνάγνωσις Παλαιᾱς Διαθήκης: Παροιμίαι 31:8-31\nάνοιγε σόν στόμα λόγω θεού και κρίνε πάντας υγιώς.  άνοιγε σόν στόμα και κρίνε δικαίως διάκρινε δε πένητα και ασθενή.  γυναίκα ανδρείαν τις ευρήσει τιμιωτέρα δε εστιν λίθων πολυτελών η τοιαύτη.  θαρσεί επ’ αυτή η καρδία του ανδρός αυτής η τοιαύτη καλών σκύλων ουκ απορήσει. ενεργεί γαρ τω ανδρί αγαθά πάντα τον βίον.  μηρυομένη έρια και λίνον εποίησεν εύχρηστον ταις χερσίν αυτής.  εγένετο ωσεί ναύς εμπορευομένη μακρόθεν συνάγει δε αύτη τον βίον.  και ανίσταται εκ νυκτών και έδωκεν βρώματα τω οίκω και έργα ταις θεραπαίναις.  θεωρήσασα γεώργιον επρίατο από δε καρπών χειρών αυτής κατεφύτευσεν κτήμα.  αναζωσαμένη ισχυρώς την οσφύν αυτής ήρεισεν τους βραχίονας αυτής εις έργον.  εγεύσατο ότι καλόν εστιν το εργάζεσθαι και ουκ αποσβέννυται όλην την νύκτα ο λύχνος αυτής.  τους πήχεις αυτής εκτείνει επί τα συμφέροντα τάς δε χείρας αυτής ερείδει εις άτρακτον.  χείρας δε αυτής διήνοιξεν πένητι καρπόν δε εξέτεινεν πτωχώ.  ου φροντίζει των εν οίκω ο ανήρ αυτής όταν που χρονίζη πάντες γαρ οι παρ’ αυτής ενδιδύσκονται.  δισσάς χλαίνας εποίησεν τω ανδρί αυτής εκ δε βύσσου και πορφύρας εαυτή ενδύματα.  περίβλεπτος δε γίνεται εν πύλαις ο ανήρ αυτής ηνίκα άν καθίση εν συνεδρίω μετά των γερόντων κατοίκων της γής.  σινδόνας εποίησεν και απέδοτο περιζώματα δε τοις χαναναίοις.  στόμα αυτής διήνοιξεν προσεχόντως και εννόμως και τάξιν εστείλατο τη γλώσση αυτής.  ισχύν και ευπρέπειαν ενεδύσατο και ευφράνθη εν ημέραις εσχάταις.  στεγναί διατριβαί οίκων αυτής σίτα δε οκνηρά ουκ έφαγεν.  το στόμα δε ανοίγει σοφώς και νομοθέσμως η δε ελεημοσύνη αυτής ανέστησεν τα τέκνα αυτής και επλούτησαν και ο ανήρ αυτής ᾔνεσεν αυτήν.  πολλαί θυγατέρες εκτήσαντο πλούτον πολλαί εποίησαν δυνατά σύ δε υπέρκεισαι και υπερήρας πάσας.  ψευδείς αρέσκειαι και μάταιον κάλλος γυναικός γυνή γαρ συνετή ευλογείται φόβον δε κυρίου αύτη αινείτω.  δότε αυτή από καρπών χειρών αυτής και αινείσθω εν πύλαις ο ανήρ αυτής .
URL:https://2033.ad/event/%ce%b9%ce%b5%cf%81%ce%bf%ce%bc%ce%ac%cf%81%cf%84%cf%85%cf%81%ce%bf%cf%82-%ce%b1%ce%bd%cf%84%ce%af%cf%80%ce%b1-%ce%b5%cf%80%ce%b9%cf%83%ce%ba%cf%8c%cf%80%ce%bf%cf%85-%cf%80%ce%b5%cf%81%ce%b3%ce%ac/
END:VEVENT
END:VCALENDAR